Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΝΟΨΗ-ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ- ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ-ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΗ-ΕΑΛΩ-ΜΥΘΙΣΤΡΟΡΗΜΑ


                   ΝΙΚΟΣ ΚΟΛΕΣΗΣ
                         
                           ΣΥΝΟΨΗ

               ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

             ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

                           ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Επίσης από αυτό έγραψα Θέατρο – Όπερα

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι πολύμορφοι σύντροφοι
Ξαναγεννήθηκαν με τον κόσμο στο κέντρο Μεσογείου,
Μέσα απ τους κύκλους  της Πανχρονικής Επιστροφής.
Ζούσαν την Αiδιότητα του Ίδιου καθώς κυλούσε ακύμαντη
Ως συνεχής ασυνέχεια των χρόνων του Πανχρόνου.
Δεν θα μας νικήσουν οι βάρβαροι φώναξε ο τρομερός Οδυσσέας. Η μάχη έκλεινε προς την μεριά των πειρατών,
Τότε εμφανίστηκε η παλλάδα Αθηνά, πήρε το τιμόνι κάνοντας το πλοίο της Ιθάκης αόρατη Σκιά.
Οι πολύμορφοι Ιθακήσιοι πέρασαν ανάμεσα από τα εχθρικά πλοία χωρίς να δει κανείς τίποτα.
Οι μυθικοί Ιθακήσιοι πέρασαν από τη μεγάλη Ελλάδα και τον Ακράγαντα, τις Συρακούσες και συζήτησαν με τον Πυθαγόρα, τον Εμπεδοκλή, τον Αρχιμήδη,
Κι έζησαν από κοντά την Ρωμαϊκή κατάκτηση.
Έπειτα γνώρισαν τη χώρα των Ετρούσκων στους πρόποδες των Απεννίνων που αργότερα θα ονομαζόταν
γη της Τοσκάνης.
1
Ο μυθικός Οδυσσέας και ο θεϊκός Αινείας αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον τα σημάδια των θνητών- Αθανάτων.
Φιλήθηκαν σταυρωτά και τότε ρώτησε ο θρυλικός Αινείας.
Πολυμήχανε βασιλιά της Ιθάκης
Τα πάθη σου τελειωμό δεν έχουν
Ποιος άνεμος σε έφερε στη μυθική Ρώμη.
Δεν ξέρω εδώ θα μάθω το λόγο απάντησε ο πολύτροπος Οδυσσέας.
Αλλά μεγάλε βασιλιά της Ιθάκης
 μια παλιά παράδοση λέει πως εάν ένας θνητός αθάνατος όπως εσύ θελήσει να μπει στην πόλη, πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί μαζί μου, να πολεμήσει ή να παλέψει. 
Προτιμώ την πάλη απάντησε ο πολύτροπος Οδυσσέας
 Μην τυχόν και από λάθος σκοτωθεί κανείς.
Πάλευαν οι ισόθεοι και ο ιδρώτας έλουζε το σώματα,
Μα όσο και αν προσπαθούσαν κανείς δεν νικούσε.
Τότε ο Ρώμος με τον Ρωμύλο, οι ρωμαίοι, οι πολύμορφοι σύντροφοι συμφώνησαν πως είναι ισοδύναμοι και ανακήρυξαν ισόπαλους τους αντιπάλους.
Τώρα όλες οι πόρτες ήταν ανοικτές για τους μυθικούς Ιθακήσιους να μπουν μέσα στην Αιώνια Πόλη,
Για να ανακαλύψουν το μεγαλείο και την τραγωδία της Ρώμης. Μόλις πέρασαν την πύλη δεξιά από την είσοδο θαύμασαν το γλυπτό του θεϊκού Αυγούστου.
Οι αυτοκράτορας με πολεμική στολή μιλούσε προς τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Είναι το τέλος το εμφυλίου και η αρχή της PAX ROMANA.
Η μεγάλη πορεία άρχισε από την Ιερά Οδό κι οδηγούσε προς το αυτοκρατορικό κέντρο.
Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία έδειχνα τη μεγάλη τέχνη των ρωμαίων. Η πόλη αντανακλούσε την καλλονή και την
2

Αθωότητα, αργότερα θα γνώριζαν την άγρια ρωμαϊκή νύχτα, τα σκοτάδια της Δικτατορίας, το μαύρο φως του θανάτου. Αργά –αργά ξετύλιγαν τους ρωμαικούς κύκλους
Που τέμνονταν από το θεό Τίβερη.
Οι πολύτροποι Ιθακήσιοι προχώρησαν εκστασιασμένοι προς τη μεγάλη πλατεία, βρίσκονταν από την Ιουλία Βασιλική, το Forum του Αυγούστου κι του Βεσπασιανού.
Ο Κικέρωνας αγόρευε ενώ το πλήθος άκουγε άκουε συνεπαρμένο. Μιλούσε με ύφος λαμπρό άλλοτε Ελληνικά και άλλοτε Λατινικά. Αγέρωχος στεκόταν σε μια υπέροχη στάση όπως οι αετοί της Ρώμης.
Ανάμεσα στο ακροατήριο ήταν οι Πραίτορες και οι Ύπατοι της Ρώμης, αριστοκράτες, συγκλητικοί φορούσαν τα πιο ακριβά ρούχα, πορφυρά με λευκά διαδήματα κι ακριβά διαμάντια, έμοιαζαν περισσότερο με Αλεξανδρινούς.
Ο Καίσαρας καθόταν σε περίοπτη θέση φορώντας την κορώνα του. Έτσι όλοι μαζί συναθροισμένοι έδειχναν τη δύναμή τους, ήθελαν να αποφύγουν έναν ακόμη Αλεξανδρινό Πόλεμο- Belum Alexandrum.
Ήταν μια λαϊκή συνέλευση ενθουσιώδης, το αστικό προλεταριάτο άλλοτε ανταποκρινόταν και άλλοτε αποδοκίμαζε έντονα.
O Γάϊος Γράκχος, ο Κ, Ορτήσιος, ο Καίσαρας, ο Μάρκος
 Αντώνιος, ο Λ. Κράσος το πρότυπο του Κικέρωνα πέρασαν από αυτό το βήμα εκφωνώντας λόγους επαναστατικούς.
Όλοι μαζί μέσα από τα πολλαπλά ανοίγματα του μεγάλου χρόνου έζησαν ένα ακόμη ρωμαϊκό θαύμα.
Το παλάτι του Αυγούστου κτισμένο νοτιο-ανατολικά του Παλατίνου λόφου δέσποζε σε όλη τη Ρώμη.
3
Ο Αύγουστος δεχόταν όλο τον κόσμο, άκουγε τα προβλήματα και έδινε λύσεις, ακριβώς όπως έκαναν οι δημοκρατικοί μεγιστάνες.
Οι πολύτροποι Ιθακήσιοι πέρασαν την είσοδο και μπήκαν στον κήπο των ανακτόρων, αμέσως αισθάνθηκαν έντονα τη μαγεία. Ο Αύγουστος ο Ηγεμονας της Pax Romana υπερηφανευόταν για τη μεγάλη του μνήμη, τις πολλές γνώσεις, αντιλαμβάνονταν και συνέθετε πολλά προβλήματα μαζί. Εξαιρετικά προικισμένος δημιούργησε και εξέφρασε την πεμπτουσία του Ρωμαϊκού Έθνους.
Πρώτα ο Αριστόξενος πήρε το λόγο, ο γραμματέας του Αυγούστου, υποδέχτηκε εγκάρδια τους Έλληνες λέγοντας πως χαιρόταν διπλά, Έλληνας αυτός συναντούσε το θεϊκό Οδυσσέα και τους πολύμορφους συντρόφους.
Παρουσίασε το θεϊκό Αύγουστο λέγοντας πως είναι
Principus πρώτος πολίτης σύμφωνα με τα δημοκρατικά πρότυπα εκλεγμένος από το λαό με μεγάλη πλειοψηφία,
Imperator, Pontifix Maximus.
Αυτός ο λαμπρός άνδρας περιμένει τον ερχομός σας
Έτοιμος να δεχτεί το άνοιγμα του μεγάλου χρόνου.
Τότε ο Αύγουστος πήρε το λόγο κι είπε μεγαλόπρεπα.
Ισόθεε Οδυσσέα ψηλέ κι ωραίε ξένε
Κι εσείς ευγενικοί σύντροφοι
Καλώς ήρθατε στην Αιώνια Πόλη.
Μάθετε πως όταν περάσατε την Prima Porta άλλαξε ριζικά η Μοίρα σας, από εδώ και πέρα είστε υπό την προστασία
Του αυτοκράτορα της Ρώμης. Ρίγησε ο πολύτλας Οδυσσέας όταν άκουσε τα λόγια Του αυτοκράτορα της ρώμης και είπε γεμάτος συγκίνηση. Μεγάλε και θεϊκέ Αύγουστε τα λόγια ηχούν σαν εξαίσια μουσική.
4

Όλοι οι δρόμοι δείχνουν το δρόμο της επιστροφής
Κι όλοι τον κρύβουν. Μας πολεμούν θεοί και δαίμονες και το κακό ριζικό μας, όμως μας προστατεύει η θεά Αθηνά.
Πολυμήχανε Οδυσσέα
Μίλησέ μας για το βασίλειό σου, το περίφημο νησί,
τους κατοίκους του δήμου, την πόλη όπου έζησες.
Οι ρωμαίοι στρατηγοί και ναύαρχοι θα σε οδηγήσουν πίσω στην πατρίδα, εσένα και τους συντρόφους σου.
Θεϊκέ Αύγουστε
Το μυθικό βασίλειο της Ιθάκης βρίσκεται στο αρχιπέλαγος του Ιονίου. Περιλαμβάνει την όμορφη Ζάκυνθο και τη Σάμη με την απόρθητη ακρόπολη, το εύφορο Δουλίχι όπως και τη βραχώδη και άγονη Ιθάκη.
Οι κάτοικοι είναι φιλόξενοι αλλά και μεγάλοι αμφισβητίες, εργατικοί και φιλότιμοι μα μερικές φορές σκληροί και άκαρδοι συμπεριφέρονται με αδικία.
Μάθε λοιπόν μεγάλε Καίσαρα
Πως ο θεός της θάλασσας Ποσειδώνας και ο πολεμοχαρής Άρης εμποδίζουν να γυρίσουμε πίσω στην Ιθάκη.
Τότε ο Αύγουστος ζήτησε από το μυθικό Βιργίλιο
Να τους πει για την ιστορία του Αινεία με τη Διδώ στην Καρχηδόνα. Το μεγάλο τους έρωτα και πως έφυγε για να ιδρύσει τη θρυλική Ρώμη.
Οι πολύμορφοι Ιθακήσιοι συνάντησαν στους κήπους του Μαικήνα τον περίφημο φιλόσοφο Σενέκα με τους μαθητές του. Ο Λεύκιος Δομιτίος, ο Νέρωνας ξεχώριζε με το παρουσιαστικό του, δίπλα του ήταν ο Τίτος ο γιος του Βεσπασιανού, ο Βρετανικός και άλλοι.
Εκστασιασμένοι πλησίασαν το υπέροχο Οδυσσέα λέγοντας πως πράγματι ζούσαν ότι δίδασκε ο μεγάλος
5
Δάσκαλος, – το άνοιγμα- της πολυδιάστατης Ετερότητας
Όπου συναντούσαν το θρυλικό βασιλιά.
Τόσες φορές διάβασαν τις ιστορίες του Ομήρου και ονειρεύτηκαν πως πολεμούσαν μαζί του.
Είπαν όλοι μαζί
Χαίρε ισόθεε Οδυσσέα
Ψηλέ κι ωραίε Ξένε
Καλώς όρισες στην Αιώνια Πόλη.
Χαμογέλασε ο πολύτροπος βασιλιάς κι είπε πως αισθανόταν ευτυχής που συναντούσε τόσο λαμπρούς νέους και ρώτησε που πηγαίνουν όλοι μαζί.
Αυτοί απάντησαν πως έκαναν μάθημα με το δάσκαλό τους
Το φιλόσοφο Σενέκα. Μετά το τέλος του μαθήματος
ο δάσκαλος προέτρεψε να πάνε στο θέατρο του Πομπήιου
να δούνε τις Ηλέκτρες που έπαιζε ένας Αθηναϊκός θίασος.
Στη θρυλική Ρώμη γευμάτισαν το –Δείπνο της Αγάπης-,
Έλληνες , Ρωμαίοι, Εβραίοι, Σκλάβοι, φιλόσοφοι, γυναίκες
Γέροι, παιδιά κάθονταν στο –Ίδιο- τραπέζι.
Όλοι ενώπιον του Θεού ήταν Ίσοι.
Ο Πέτρος και ο Παύλος οι δυο στυλοβάτες της εκκλησίας ήταν μεταξύ των καλεσμένων. Ο Παύλος έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας της Ανατολής και ο Πέτρος δίδαξε τη Δικαιοσύνη και μαρτύρησε ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Λίγο πριν οι δυο απόστολοι ο Πέτρος και ο Παύλος έπλυναν τα πόδια των αδερφών σε ένα υπέροχο δείγμα ύψιστης ταπεινοφροσύνης.
Η Ρώμη ανάδυε το άρωμα των ρόδων και των γερανιών
Μαζί με την οσμή του αίματος αγρίων ζώων.
Η αποκρουστική οσμή της ανθρώπινης σάρκας όταν την ξεσχίζουν άγρια από τα βασανιστήρια.
Το τεραστίων διαστάσεων κτίριο, το περίφημο Κολοσσαίο
6
 Βρισκόταν κάτω από τη σκιά του Αισπυλιανού λόφου.
Όταν μπήκαν μέσα ήταν ήδη γεμάτο, οι συγκλητικοί,
η ρωμαϊκή αριστοκρατία ήταν στις θέσεις τους.
Οι ιππότες, οι δικαστές, οι διακεκριμένοι πολίτες ήταν ακριβώς από πάνω. Η Κονίστρα όπου γινόταν οι αγώνες
Οι θηριομαχίες, οι μονομαχίες ήταν τεράστια.
Χιλιάδες χριστιανοί ήταν στοιβαγμένοι στα υπόγεια, ο ένας πάνω στον άλλον σε διπλανές αίθουσες.
Έκλαιγαν με σπαραγμό ψυχής, ένας θρήνος του θανάτου που έφθανε ίσαμε τον ουρανό.
Το Αμφιθέατρο των Φλάβιων ενσάρκωνε το ρωμαϊκό αίσθημα, χιλιάδες κόσμου περίμεναν με αγωνία τον αυτοκράτορα για να αρχίσουν οι αγώνες.
Μόλις ο Νέρωνας και η συνοδεία του έφθασαν γρήγορα
Κατευθύνθηκαν στο αυτοκρατορικό θεωρείο.
Ο βασιλιάς Ήλιος προσέφερε <<άρτον και θεάματα>>
Δωρεάν κρασί και ατελείωτες γιορτές.       
Ο Νέρων Κλαύδιος Δρούζος Γερμανικός
Ο Απόλλων και ο Ήλιος μαζί,
Ποιητής, ηθοποιός,  κιθαρωδός, πεχλιβάνης,
Αιμομίκτης, αδελφοκτόνος, μητροκτόνος
Έγινε το θηρίο της Αποκάλυψης.
Ο αυτοκράτορας έκανε νόημα και η ορχήστρα άρχισε
να παίζει δυνατά ανακοινώνοντας την έναρξη των αγώνων 
Ο κόσμος της Ρώμης ήθελε θηριομαχίες και μονομαχίες,
Σπασμένα κεφάλια και τα μυαλά πεταμένα στην αρένα.
Τα λιοντάρια πολεμούσαν με τις τίγρεις, οι ύαινες με τους πάνθηρες, ενώ οι θηριοδαμαστές πάνω σε  άλογα και ελέφαντες σκότωναν όσα θηρία έμεναν ζωντανά.
Η αποθέωση του θανάτου που έγινε θέαμα ήταν όταν
έριξαν ανθρώπους μέσα στην Αρένα.
7
Τα ζευγάρια των μονομάχων έβγαιναν έξω και έκαναν
Το γύρο της  Κονίστρας έχοντας τα ξίφη παρατεταμένα ψηλά. Φθάνοντας μπρος από την αυτοκρατορική εξέδρα φώναζαν δυνατά

                         Ave Gaesar
                      Morituti te salutant

Μια μεγάλη ανατριχίλα κυρίευσε την ψυχή του θρυλικού Οδυσσέα και των υπέροχων συντρόφων, ένιωσαν τόσο κοντά στο θάνατο ώστε θέλησαν να τον εξημερώσουν.
Πολλά ζευγάρια μονομάχησαν ικανοποιώντας τη δίψα των θεατών για αίμα. Ο θάνατος του αντιπάλου ήταν η ζωή τους, παρέμεναν ζωντανοί μέχρι τον επόμενο.
Μόλις τελείωσαν οι μονομαχίες, οι υπάλληλοι κι οι σκλάβοι
Του Αμφιθεάτρου έστησαν πασσάλους στην Αρένα.
Οι βασανιστές άρχισαν να κτυπούν αλύπητα με μαστίγια
Τα γυμνά σώματα κι αυτοί οι κακόμοιροι υπέφεραν φρικτά.
Το θέαμα άρχισε να γίνεται βαρετό όταν κάποιο αιλουροειδές πήδηξε μέσα στην αρένα φορώντας το δέρμα άγριου ζώου με μάσκα πάνω στο κεφάλι.
Οι ίδιος ο αυτοκράτορας αυτοπροσώπως όρμησε κατά των χριστιανών και άρχισε να τους κατασπαράζει ΄
και να βιάζει άνδρες και γυναίκες μαζί.
Ακολούθησε ένα άλλο θηρίο μεταμφιεσμένο, ένας θηριώδης μονομάχος, ο απελεύθερος Δορυφόρος,
ο άνδρας του Νέρωνα. Αφού τον έδειρε γερά,
τον βίασε μπρος στα μάτια όλης της αυτοκρατορίας.
Αυτός βογκούσε φανερά ικανοποιημένος κι έβγαζε
Ξεφωνητά βιασμένης παρθένου.
Όταν τελείωσαν τα καμώματα του πεχλιβάνη
8
Εμφανίστηκαν οι Δήμιοι με μαύρα ρούχα, φορούσαν κουκούλες και χωρίς αιδώ άρχισαν να θερίζουν τα κεφάλια
Των Χριστιανών με τσεκούρια.
Δεν άντεξε ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι γενναίοι σύντροφοι, αμέσως πήδηξαν στην Κονίστρα και με τρομερή τέχνη άρχισαν να σκοτώνουν τους Δήμιους ελευθερώνοντας τους χριστιανούς.
Πάγωσε το Αμφιθέατρο, όλοι αναρωτιόνταν ποιοι είναι αυτοί, όμως ξαφνικά χειροκρότησαν θερμά, κανείς στη ρώμη δεν χώνευε τους δήμιους.
Γρήγορα ο Νέρωνας σηκώθηκε όρθιος και με δυνατή φωνή ρώτησε παίζοντας θέατρο.
Ποιος είσαι εσύ ωραίε Ξένε
Πως ελευθερώνεις με αυτό τον τρόπο τους άθλιους χριστιανούς, δεν έχεις καμιά διαταγή.
Ο πολυμήχανος Οδυσσέας απάντησε με θεϊκή φωνή
Τέτοια ώστε σείστηκε το θέατρο.
Ο ΚΑΝΕΝΑΣ
Τότε ο Νέρωνας είπε συγκλονισμένος
Γενναίε Ξένε μιλάς σαν Έλληνας
όπως ο μυθικός βασιλιάς της Ιθάκης
στον κύκλωπα Πολύφημο όταν μαζί με τους συντρόφους
ξέφυγαν από τη σπηλιά που τους κρατούσε με το ζόρι.
Επειδή θαυμάζω πολύ την Ελλάδα
Σας επιτρέπω μαζί με τους χριστιανούς σου
Να φύγετε όσο είναι καιρός.
Σας δίνω λίγο χρόνο να σωθείτε προς δόξα του ρωμαϊκού λαού και του κόσμου που είναι δικός μου.
                        Ave Caesar
                  Οι τελευταίοι ελεύθερο
                       Σε χαιρετούν
9
Απάντησε ο πολύτροπος Οδυσσέας και χαιρέτησε τα πλήθη ενώ τον επευφημούσαν.
Η φωτιά σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της, αφάνιζε ολόκληρα τετράγωνα δημιουργώντας τεράστια σύννεφα καπνού, οι λαφυραγωγοί έτρεχαν σαν τρελοί κρατώντας μπόγους γεμάτους χρυσαφικά.
Κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Νέρωνας έβαλε φωτιά για αυτό επέστρεψε εσπευσμένα από το Άντιο και επέβλεπε με τη φρουρά του ώστε να σβήσει η φωτιά. Ο Νέρων έδωσε πλούσια δάνεια σε όσους ήθελαν να κτίσουν τα σπίτια τους, όταν όμως κράτησε για τον εαυτό του τις καλύτερες εκτάσεις όπου έκτισε το Χρυσό Παλάτι,
Τότε τον κατηγόρησαν ανοικτά ότι αυτός έβαλε τη φωτιά.
Η φήμη πως οι χριστιανοί έβαλαν την φωτιά εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα σε όλη την πόλη, ο όχλος επιτέθηκε στους δύστυχους ανθρώπους, πολλοί οδηγήθηκαν στις φυλακές.
Ο Ίδιος ο αυτοκράτορας εμφανίστηκε μεγαλοπρεπής γνωρίζοντας πως πλησιάζει το τέλος. Φορούσε ένα χρυσοκέντητο  άλικο μανδύα με χιλιάδες αστεράκια πάνω.
Ηθοποιοί, τραγουδιστές, χορευτές πλαισίωναν την τιμητική φρουρά του Νέρωνα. Όλοι μαζί πέρασαν τη μεγάλη κυκλική αίθουσα των συμποσίων, βρίσκονταν ήδη στο κέντρο του Χρυσού Παλατιού. Γύρω οι απέραντοι κήποι φαίνονταν πανέμορφοι από τα παράθυρα.
Οι τοίχοι ήταν ολόχρυσοι με περίτεχνες διακοσμήσεις από πετράδια και σεντέφια. Όταν τελείωσαν τα  τυπικά πήρε από την βιβλιοθήκη ένα χρυσό κουτί όπου φύλαγε το θανατηφόρο φάρμακο της Λογκούστας.
Ο αγγελιοφόρος από την Ιβηρική έφερνε άσχημα νέα.
Ο Γάλβας πήγε με τους επαναστάτες, ήταν σαν να διέταζε
10



τον Νέρωνα να αυτοκτονήσει. Ο Νέρων κηρύχτηκε εχθρός της Ρώμης και καταδικάστηκε σε θάνατο, νικήθηκε από ένα γέροντα φαλακρό τον Γάλβα.
Ξυπόλυτος βγήκε στους δρόμους ζητώντας βοήθεια μα κανείς δεν άνοιξε την πόρτα, ούτε αυτοί που κάποτε βοήθησε. Ο αυτοκράτορας μαζί με τον Σπόρο, ο Επαφρόδιτος και μερικοί δούλοι ανέβηκαν πάνω στα άλογα και κάλπασαν προς τη βίλα του απελεύθερου.
Πέρασαν μέσα και τότε αυτός ο μέγας ηθοποιός
Περπάτησε αργά μέχρι το κέντρο της μεγάλης αίθουσας.
Κράτησε με όση δύναμη του είχε απομείνει ένα μαχαίρι
Και το βύθισε στο λαιμό του βοηθούμενος από το γραμματέα του, τον Επαφρόδυτο. Το αίμα πετάχτηκε από την πληγή του κοσμοκράτορα, πέφτοντας κάτω είπε συγκλονισμένος. Τι μέγας καλλιτέχνης χάνεται!! Τι μέγας!!
Ο Επαφρόδιτος τράβηξε επιδέξια το μαχαίρι και έκλεισε την πληγή με ένα μαντήλι. Από έξω ακούγονταν δυνατά τα βήματα των στρατιωτών σαν τύμπανα θανάτου.
Μόλις κατάλαβαν τι έγινε όρμησαν μέσα και προσπάθησαν να σώσουν τον Νέρωνα- τέτοια διαταγή είχαν- αλλά αυτός είπε ψιθυριστά.
Πολύ αργά εκατόνταρχε- πολύ αργά.
Έβγαλε ένα αγκομαχητό, έχασε τις αισθήσεις και γύρισαν ανάποδα τα μάτια του, ύστερα πέθανε.
Οι στρατιώτες έριξαν από πάνω ένα πορφυρό μανδύα,
Πέθανε σαν αυτοκράτορας, σαν Ιούλιος Καίσαρας
Σαν ήρωας τραγωδίας μόλις τριάντα δύο χρονών.
11


              ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ

Ο πλανητικός Οδυσσέας και οι χαοσμικοί σύντροφοι προχωρούσαν απτόητοι στην σκουληκότρυπα του χρόνου
Το άνοιγμα απλωνόταν μπροστά τους, οδηγούσε στην πόλη των πόλεων, τη νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη.
Ακολούθησαν την Εγνατία οδό ώσπου έφθασαν στην αυτοκρατορική Θεσσαλονίκη, όπου περίμεναν ήδη οι άλλοι σύντροφοι με την Ιθάκη στο λιμάνι της πόλης.
Θαύμασαν την πόλη του Αγίου Δημητρίου σε όλη τη διαχρονία, περήφανη και απόρθητη. Όσες φορές την πάτησαν, έφυγαν με τα πλούτη της χωρίς να γυρίσουν.
Περίκλειστη από τεράστια τείχη ακόμη και από την πλευρά της θάλασσας ήταν τέλεια οχυρωμένη, απέκρουε τις επιθέσεις κρατώντας ανέπαφη τη χριστιανική πίστη.
Έζησαν την περίφημη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης
Περιδιαβαίνοντας το Φαντασιακό Μουσείο της Πόλης.
Όποιος μια φορά δει αυτή την πόλη δεν την ξεχνάει ποτέ.
Όλοι μαζί αποχαιρέτησαν την υπέροχη γη των μακάρων,
Έπλεαν ανοικτά του Άθω όταν ξέσπασε τρομερή καταιγίδα
Όμως είχαν προστάτη τον Άγιο Νικόλαο που οδήγησε με ασφάλεια την Ιθάκη στις ακτές του Αγίου Όρους.
Οι πολυμήχανοι Έλληνες αισθάνθηκαν βαθιά την αγιότητα του Όρους, βρίσκονταν στην Κιβωτό της Ορθοδοξίας.
Εδώ ο δρόμος του Θεού και της χριστιανικής λατρείας γίνονταν για τη σωτηρία της ψυχής. Πολλοί βασιλείς, ηγεμόνες, άρχοντες και απλοί άνθρωποι είχαν φορέσει το ράσο του καλόγερου. Όλοι μαζί προχώρησαν με δέος στο εσωτερικό της Δημοκρατίας του Θεού έχοντας οδηγό τον παπά Μάξιμο. Μια ολόκληρη πολιτεία ορθωνόταν μεγαλειώδης,-αδελφοί υποδεχτείτε τον άλλον με ένα φιλί-.
12
Το Άγιο Όρος έδειχνε την ταπείνωση και την ευλάβεια
Πόση ελευθερία φέρνει η Ορθοδοξία όταν δίνεσαι ολοκληρωτικά.
Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε και οι Εταίροι άνοιξαν τα πανιά της πολύφημης Ιθάκης έχοντας προορισμό την πολύπαθη Κωνσταντινούπολη.
Οι ωραίες της Προποντίδας, τα περίφημα Πριγκιποννήσια
Η Πρώτη, η Αντιγόνη, η Χάλκη και η Πρίγκηπος εμφανίστηκαν μαγικές. Η πολύφημη Ιθάκη δεν έπιασε λιμάνι σε κανένα νησί, υπήρχαν τουρκικά πλοία παντού,
Προχώρησε αθέατη προς τη μυθική Κωνσταντινούπολη 
Οι Οθωμανοί μυριάδες πολεμούσαν λυσσαλέα για να κατακτήσουν την πόλη. Οι πολεμιστές του Ισλάμ ήρθαν να κυριεύσουν την απόρθητη Βασιλεύουσα.
ΑΛΛΑΧΟΥ ΑΚΜΠΑΡ
Φώναζαν φανατισμένοι όταν έκαναν γιουρούσι ενώ συνοδεύονταν από  νταούλια και νακαράδες.
Οι Βυζαντινοί από μέσα αμύνονταν πολεμώντας γενναία
Με ένα ασίγαστο πάθος για την αγαπημένη τους πόλη.
Το Χαντίθ του προφήτη έλεγε
< Η Κωνσταντινούπολη θα αλωθεί
Τι ωραίος στρατηγός είναι αυτός κι τι ωραίος στρατός>
Ο Μεχμέτ ο νέος Παντισάχ πίστευε ακράδαντα
Πως αυτός είναι ο Ωραίος στρατιώτης.
Η Θεοτόκος Παναγία εμφανίστηκε πάνω στο πιο ψηλό κατάρτι ακτινοβολώντας το φως το Άκτιστο το κόσμου,
Γύρω συντάγματα αγγέλων έψελναν θεϊκές ψαλμωδίες.
Σε αυτό το φοβερό θαύμα η Θεοτόκος είπε με μελιστάλακτη φωνή γεμάτη από αγάπη.
Ε!! εσείς ταξιδιώτες του ουρανού ο θεός μαζί σας
Ποιος άνεμος σας έφερα στα αγιασμένα νερά της
13
θεοφύλακτης πόλης.
Παίρνοντας θάρρος από τα βάθη της πολύπαθης ψυχής του, ο πολυμήχανος Οδυσσέας είπε συγκλονισμένος.
Το ρεύμα του μεγάλου χρόνου αειπάρθενη μητέρα
Ήρθαμε να ζήσουμε από κοντά το χρονικό της Άλωσης της πόλης. Δάκρυσε η Παναγία και έκανε πάλι το θαύμα της, άλλαξε τη ρότα της Ιθάκης, πέρασε ανάμεσα από τα εχθρικά πλοία χωρίς να την κτυπήσει κανένα βόλι.
Έσπασε τον πολιορκητικό κλοιό των Τούρκων, ως δια μαγείας άνοιξαν οι πύλες του Κεράτιου κόλπου και πέρασε μέσα στο λιμάνι δίχως να καταλάβει κανείς τίποτα.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος όταν έμαθε πως έφθασαν
ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι πολύτροποι σύντροφοι,
διέταξε τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους να ετοιμάσουν ένα μέρος του μεγάλου παλατιού για να υποδεχτούν τους θρυλικούς Έλληνες. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας περίμενε στον Τρίκογχο, τη μεγάλη αίθουσα μαζί με το μεγάλο δούκα τον Λουκά Νοταρά και μερικούς επιτελείς.
Πρώτος μίλησε ο μεγάλος διπλωμάτης ο Λουκάς Νοταράς
Θεϊκέ Οδυσσέα και εσείς μυθικοί σύντροφοι
Καλώς ήρθατε στη θεοφύλακτη πόλη.
Ποιοι λόγοι σας έφεραν εδώ όπως βλέπετε
Είμαστε σε κατάσταση πολιορκίας.
Αφού χαιρέτησε ευγενικά απάντησε ο ισόθεος Οδυσσέας
Πως χαίρεται και λυπάται μαζί επειδή συναντάει κάτω από αυτές τις συνθήκες τον τελευταίο Έλληνα αυτοκράτορα.
Ο τραγικός βασιλιάς ρώτησε με θλίψη
Πες μας πολυμήχανε Οδυσσέα
εσύ που γνωρίζεις τους κύκλους του ουρανού,
ένας χρόνιος του χρόνου που διατρέχει το άνοιγμα
μίλησε μας για το Τέλος του τέλους,
14
ποια θα είναι η τύχη της βασιλεύουσας.
Ο πολύτροπος Οδυσσέας δεν θέλησε να τον πικράνει
Είπε μόνο πως το τέλος του τέλους άρχισε πολύ πριν για την πολύπαθη πόλη.
Όλοι μαζί η αυτοκρατορική πομπή και οι μυθικοί Ιθακήσιοι
Κατευθύνθηκαν προς την Αγία Σοφία όπου περίμεναν
ο Πατριάρχης και ο Λαός της πόλης.
Οι πολύτροποι ήρωες περπατούσαν θαμπωμένοι πάνω στον πολύχρωμο τάπητα. Τα υπέροχα ψηφιδωτά αναπαριστούσαν τις μορφές των Αγίων ενώ το φως που έμπαινε από τα παράθυρα, μαζί με το φως των καντηλιών
Και την ουράνια ψαλμωδία δημιουργούσαν μια εκστατική ατμόσφαιρα, όμοια της δεν συνάντησαν πουθενά.
Όταν κάθισαν επικράτησε σιωπή μεγάλη, τότε ο Πατριάρχης Γεννάδιος έκανε την αρχή και αμέσως όλοι μαζί άρχισαν να ψέλνουν τον Ακάθιστο Ύμνο.
Ο νεαρός Παντισάχ έκανε βόλτες στη σκηνή ανήμερο
Θηρίο. Ο Μεχμέτ ήταν ο πραγματικός Ηγενόνας,
Ο εκπρόσωπος επί της γης του Θεού, αρχηγός των πιστών, του στρατού, του ναυτικού, γιος του Σουλτάνου
Μουράτ, γιου του Σουλτάνου Μεχμέτ.
Ο Τουρκικός στόλος αρμένιζε περήφανος στη θάλασσα του Βοσπόρου. Ο Νταή Καρατζά Μπέης έπειτα από διαταγή του Σουλτάνου κατέλαβε με το στράτευμα την αριστερή πλευρά του μετώπου, το τμήμα άρχιζε από την πύλη του Χαρσίου ως τον Κεράτιο Κόλπο.
Ο άλλος Λαλές ο Ισακ Πασάς με τον Μαχμούτ Πασά είχαν υπό τις διαταγές τους, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού.
Παρατάχτηκαν από τη δεξιά πλευρά του μετώπου, καταλάμβανε την περιοχή που άρχιζε από τη Χρυσή Πύλη
Ως την Πύλη του Αγίου Ρωμανού.
15
Ο κύριος στρατός ήταν στο κέντρο του μετώπου, μεταξύ της πύλης του Αγίου Ρωμανού και της πύλης του Χαρσίου.
Πάνω στα τείχη ο αυτοκράτορας περπατούσε ευθυτενής
Με ωραίο παράστημα, με δυνατή φωνή εμψύχωνε τους στρατιώτες, δίπλα του ο Φραντζής ο μεγάλος Λογοθέτης,
Ο Γενοβέζος Ιουστινιάνης, ο Βενετσιάνος Βάιλος Μινότο,
Ο μεγάλος δούκας Λουκάς Νοταράς είχε το πρόσταγμα του αυτοκρατορικού στόλου.
Ο Καρδινάλιος Ισίδωρος ο εκπρόσωπος του Πάπα είχε έρθει να διαπραγματευτεί την ένωση των δύο εκκλησιών.
Ο αυτοκράτορας έβαλε ήδη την σφραγίδα του στη συμφωνίας εξασφαλίζοντας την Παπική υποστήριξη.
Ο δυτικός στόλος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει από τη Βενετία
Μόλις έφθανε η είδηση στη Ρώμη πως επήλθε συμφωνία.
Αργότερα ο Λουκάς Νοταράς διαφώνησε ανοικτά μπρος σε όλο τον κόσμο. Είπε μέσα στην Αγία Σοφία πως καλύτερα να δει στην Κωνσταντινούπολη το Τουρκικό Σαρίκι παρά την Παπική Τιάρα.
Τότε το πλήθος ξέσπασε και άρχισε να φωνάζει τον Κωνσταντίνο -αποστάτη- αποστάτη.  
Όλοι μαζί με μια φωνή είπαν στον Καρδινάλιο Ισίδωρο
Γύρισε με το άζυμο ψωμί σου πίσω στη Ρώμη.
Μια άγρια όπερα, μια ανθρωποσφαγή συντελούνταν έξω από τα τείχη, τα ανθρώπινα σώματα έλιωναν από τη φωτιά της κολάσεως. Σε τι Θεό πίστευαν αυτοί οι γενναίοι μαχητές κι από τα δύο στρατόπεδα.
Ποιος Θεός άφηνε να σφάζονται τόσο βίαια χωρίς Οίκτο.
Πουθενά στο Ευαγγέλιο δεν έγραφε για τέτοιο μακελειό,
Και ο Θεός του Κορανίου τουλάχιστον στις προσευχές ήταν ελεήμων και φιλεύσπλαχνος. 
16
Οι Γενοβέζοι τους Ιουστινιάνη και οι Έλληνες υπερασπιστές αμύνονταν γενναία στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι πολύτροποι σύντροφοι πήραν τα όπλα και παρουσιάστηκαν στον Ιουστινιάνη, λέγοντας πως είναι φίλοι του Κωνσταντίνου,
Και πως έχουν την άδεια από τον αυτοκράτορα να πολεμήσουν. Ο Γενοβέζος κατάλαβε πως είναι έμπειροι πολεμιστές και τους κράτησε κοντά του, ήθελε γενναία παλικάρια δίπλα του.
Οι πρώτοι ηρωικοί γενίτσαροι όταν πάτησαν γερά στα πόδια πάνω στα απόρθητα τείχη, σήκωναν ψηλά τα χέρια
Φωνάζοντας εκστασιασμένοι.
Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι μάχονταν με όλη τη δύναμη,
Τα χέρια, τα πόδια και τα κεφάλια θερίζονταν λες κι ήταν στάχυα. Οι κοιλιές ξεκοιλιάζονταν και τα έντερα πετάγονταν έξω ενώ το αίμα ξεπηδούσε σαν πίδακας.
Οι πολεμιστές του Ισλάμ κρέμονταν χιλιάδες στα τείχη,
Φαίνονταν σαν τεράστια τσαμπιά σταφύλια πάνω στις σκάλες.
Ο Λουκάς Νοταράς έστελνε μυστικά μηνύματα στον Σουλτάνο λέγοντας πως θέλει να συνεργαστεί με τον Μεχμέτ, ας έβαζε ο Παντισάχ ότι όρους ήθελε.
Ήταν αντίθετος με τους Ενωτικούς και τον Παλαιολόγο,
Πίστευε πως παρέδιδαν την Πόλη στον Πάπα, αφήνοντας την Ορθοδοξία στην τύχη της.
Οι Ενωτικοί βρίσκονταν σε συνεννόηση με το ισχυρό κόμμα της Ειρήνης, για αρχηγό είχε το Μεγάλο Βεζύρη Τσανταρλή Χαλίλ Πασά. Ο Χαλίλ ήθελε συμβιβασμό με τους πολιορκημένους.
Οι Έλληνες ήταν αναγκασμένοι να ζουν μεταξύ Σφύρας και Άκμονος, να αλέθονται από τις μυλόπετρες,
17
Έστω και αν προορίζονταν τα πεθάνουν. Αυτοί γεννιούνταν ξανά από το Μηδέν και το Τίποτα.
Ο Νοταράς ζήτησε από τον Ιουστινιάνη να αφήσει τους άνδρες του να φυλάξουν την Κεκρόπορτα. Ήταν ανοικτή
Και ένωνε το παλάτι των Βλαχερνών με την Χαρσία Πύλη
Και την Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ποτέ πριν μια τόσο μικρή πύλη δεν έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στην Ιστορία.
Μόνο αν περάσεις πάνω από το πτώμα μου θα γίνει αυτό,
Αχρείε προδότη είπε ο Ιουστινιάνης κατακόκκινος από θυμό. Εσύ προτιμάς τους Τούρκους από τους Δυτικούς.
Ο Νοταράς έξαλλος απάντησε ξεχνώντας τους καλούς τρόπους.
Χυδαίε Γενοβέζε
Ξεχνάς τι έκαναν οι όμοιοί σου οι Λατίνοι το 1204 μ. χ
Ήταν οι μόνοι που κατέλαβαν τη Βασιλίδα για μια γενιά
Στη χιλιόχρονη Ιστορία της. Έκαψαν και λήστεψαν πολλά κτίρια και σπίτια, πήραν αμύθητους θησαυρούς και όλα αυτά ενώ ανέφεραν το όνομα του Θεού, όντας Σταυροφόροι.
Αυτό είναι ένα γεγονός που έγινε πολλά χρόνια πριν απάντησε ο Ιουστινιάνης δεν έχω καμιά σχέση. 
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος καβάλα σε άσπρο άλογο φορώντας τα βασιλιά ρούχα έδινε θάρρος λέγοντας προς τους πολεμιστές.
                           
                          28 ΜΑΙΟΥ 1453

Κρατήστε καλά-κρατήστε καλά κι αυτή
Τη φορά και η μέρα είναι δική μας.
18
Οι γενναίοι άνδρες γύρισαν και κοίταξαν σχεδόν μέσα από τον τάφο, είχαν δώσει και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών τους.
Ένας ψίθυρος άρχισε να ακούγεται ενώ μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, τον άκουσαν οι χαλκέντεροι πολεμιστές
Και κόπηκαν τα πόδια τους, οι καρδιές σταμάτησαν να κτυπούν.

                      29 ΜΑΙΟΥ 1453

Ύστερα οι Έλληνες άρχισαν να το λένε πιο δυνατά,
Όλοι αναρωτήθηκαν εάν είναι ψέμα μέχρι που έγινε
Δυνατή ιαχή.
Το άκουσαν και άρχισαν να το φωνάζουν οι μυριάδες Τούρκοι στρατιώτες ώσπου έγινε ουρανομήκης κραυγή.
Αλαλαγμός χαράς, άγρια φωνή Νίκης
Αλλά και απέραντος ήχος συντριβής,
Έγινε κραυγή ήττας και απελπισίας.

                    << ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ >>

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι πολύτροποι σύντροφοι
Συγκλονίστηκαν μόλις το άκουσαν, οι ψυχές τους λες και
Πετάχτηκαν έξω από το Σώμα. Ποτέ δεν άκουσαν τέτοια κραυγή, ποτέ δεν ένιωσαν τέτοιο δέος, τέτοια κατάρρευση.

                      Λαός μου τι εποιήσα σοι
                      Λαός μου τι εποιήσα σοι

Οι Έλληνες έβλεπαν συγκλονισμένοι τις Τουρκικές
σημαίες να κυματίζουν πάνω από την Κεκρόπορτα
19
και το παλάτι των Βλαχερνών. Ήταν σαν να είχαν πεθάνει χίλιες φορές όσοι και οι Αιώνες της αυτοκρατορίας.
Οι γενίτσαροι  ανάλαφροι έτρεχαν κατά μήκος του τείχους,
Χτυπούσαν ανελέητα όποιον έβρισκαν μπροστά τους
Πατώντας πάνω σε πτώματα.

Έλληνες άφησαν την Κεκρόπορτα ανοικτή
Από εκεί μπήκαν οι Τούρκοι
Η μεγάλη προδοσία είχε συμβεί.

Έλληνες τράβηξαν το σύρτι
Και ξεκλείδωσαν την πόρτα,
Από εκεί μπήκαν οι γενίτσαροι
Σκορπώντας τον όλεθρο
Η μεγάλη προδοσία είχε συντελεστεί.

Μεγαλοδύναμε Κύριε
Δέξου την προσευχή μας
Συγχώρεσε μας

Λαός μου τι εποιήσα σοι
Τώρα μόνο ο θάνατος βασιλεύει
             Λαός μου
Ας εισακουστεί η φωνή μου.

Κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει τον κόσμο
Ούτε ο Κωνσταντίνος μάταια φώναζε
Να μην εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

              << ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ >>

20
Απαντούσαν αυτοί απελπισμένα και οι φωνές ακούγονταν
Ως τα πέρατα του κόσμου, ως ένας Άλλος χορός Τραγωδίας. Προέλεγε τα μελλούμενα πάνω στο σώμα μιας πόλης ενώ πέθαινε.

                       << ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ>>

Όλο και πλήθαιναν οι εχθροί γύρω από τον Κωνσταντίνο,
Όλο και αραίωνε η φρουρά γύρω του,
Ένας- ένας έφευγαν κρυφά.
Τότε ο τελευταίος Έλληνας αυτοκράτορας είπε με σπαραγμό με όλη τη δύναμη της ψυχής του.

   << Ουκ εστί τις των Χριστιανών του λαβείν
           Την κεφαλής εμού >>

Μόνος πολεμούσε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,
Πλήθαιναν οι εχθροί γύρω του μα αυτός ακατάβλητος
Περιφρονούσε το χάρο, όμοιος με άγγελο Παραδείσου,
Ζούσε αγέρωχος τη μοναξιά του θανάτου.
Μια σπαθιά βρήκε τον Κωνσταντίνο κατά πρόσωπο
Κι αυτός ανταπέδωσε ρίχνοντας τον εχθρό κάτω,
Μετά μια άλλη πάνω στο στήθος
Και όρμησε σαν λιοντάρι εναντίον όλων.
Σκότωσε αμέτρητους αλλά ήταν ολομόναχος.
Από πίσω βρήκε τον αυτοκράτορα μια γερή
Ύστερα μια άλλη κι έπεσε κάτω νεκρός,
Αυτός ο τελευταίος Έλληνας
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ο τελευταίος βασιλιάς,
Αιώνιος ο θρήνος, παντοτινά θα ακούγεται στους αιώνες.
Ο Μωάμεθ ο πορθητής, ο μέγας θριαμβευτής
21
μπήκε μέσα από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού,
καβάλα σε χιονόλευκο άλογο, περιχαρής λες και
περνούσε την Πύλη του Παραδείσου.
Προχωρούσε ανάμεσα από χιλιάδες πτώματα,
Ερειπωμένα σπίτια και σπασμένα αντικείμενα
Ακολουθώντας το δρόμο προς την Αγία Σοφία.
Αυτός ο Μωάμεθ ο Πορθητής αφιερώνει προς
Τον Ένα και μοναδικό Θεό του Ισλάμ
Τη μεγάλη εκκλησία των Χριστιανών.
Ο Μεχμέτ ενοχλημένος από τον Νοταρά είχε ακούσει για τους γιούς του, έστειλε τον ευνούχο του χαρεμιού για να φέρει το μικρό γιο, ήθελε το παιδί για το χαρέμι.
Μόλις έφθασαν οι γιοι με τον ευνούχο, ο Λουκάς Νοταράς
Χωρίς να προσκυνήσει είπε άφοβα στον Μωάμεθ.
Πως είναι δυνατόν να αφήσω το γιο μου να κάνει κάτι τέτοιο. Έπρεπε να βρεις ένα καλύτερο τρόπο να με σκοτώσεις, ας είναι μεγάλος ο Κύριος.
Ένα πράγμα θα σε παρακαλέσω. Οι Δήμιοι να σκοτώσουν πρώτα τους γιούς μου, μην τυχόν φοβηθούν και αλλάξουν γνώμη, ύστερα ας πάρουν το δικό μου κεφάλι.

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας δεν άντεξε τέτοια φρίκη
Και πετάχτηκε σαν αίλουρος μπρος στον Σουλτάνο.
Αυτός τα έχασε, έγινε κατακίτρινος από το φόβο,
Νόμισε πως ήρθε το τέλος του πάνω στη πιο μεγάλη δόξα
Ο πολύμορφος Λαερτιάδης είχε την ικανότητα
Να μεταμορφώνεται σε ότι ήθελε.
Πήρε λοιπόν την μορφή του θανάτου
Κι ενώ για τους άλλους ήταν ένας θεϊκός Έλληνας ιππότης
Για τον Μεχμέτ είχε τη μορφή αγγέλου του θανάτου.
Τότε προς έκπληξη όλων ο μεγάλος κατακτητής γονάτισε
22

Κι άρχισε να εκλιπαρεί κι να παρακαλάει
Να τον αφήσει να ζήσει λίγο ακόμα ώστε να χαρεί
Όλο αυτό το μεγαλείο.
Ποτέ δεν υποδουλώθηκε λαός πιο ολοκληρωτικά,
Βογκούσε κάτω από την Τυραννία.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το μακελειό,
Τέτοια συμφορά δεν βρήκε άλλη πόλη.
Ποτάμι το αίμα των νεκρών, φρίξε ήλιε.
Οι Τουρκομάνοι βίαζαν ασύστολα τις μικρές παιδούλες,
Οι γυναίκες έγιναν άγρια αντικείμενα πόθου.
Οι άτυχοι Έλληνες έτρεχαν μάταια να κρυφτούν για να γλιτώσουν το θάνατο. Μια  ατελείωτη ωδή του θανάτου
Θρήνοι και ψαλμωδίες, κραυγές φωνές κι ξεφωνητά γυναικών. Οι άθεοι κατέστρεψαν τα Άγια θυσιαστήρια,
Τα λείψανα των Αγίων και των μαρτήρων

                          Κύριε Ελέησον
                       Δίκαιη η χρήση σου

Ο θεϊκός Οδυσσέας και οι μυθικοί σύντροφοι
Νύχτα έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη.
Όλοι οι Έλληνες έκλαιγαν πικρά, άφησαν πίσω την πόλη
Στα σκοτάδια της Τυραννίας. Λυπήθηκε πάρα πολύ που δεν μπόρεσε να δει την ωραία Ελένη Παλαιολόγου, άραγε τι απέγινε, σώθηκε, πέθανε, διέφυγε κάπου αλλού.
Η Ιθάκη έφυγε αόρατη από τον Κεράτιο Κόλπο
Χωρίς να δει κανείς το μυθικό πλοίο.
Αρμένιζε περήφανη για Αλλού
Το –ΑΛΛΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ-
Τη Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας.
23


ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΟΥ ΟΣΜΑΝ

Ο Σουλτάνος Μωάμεθ χαν γαζί
Γιος το Σουλτάνου Μουράτ χαν γαζί
Είκοσι χρονών κυρίευσε την Πόλη,
Και πέθανε σαράντα ενέα  ετών.
Ο Μωάμεθ είπε στον Τσανταρλή Χαλίλ Πασά
<< Λαλά εδώ χρειάζεται ένα φρούριο>>
Σύντομα έδωσε οδηγίες και το χτίσιμο
Του φρουρίου ολοκληρώθηκε- Πάσκεσεν- ονομάστηκε.

Σκότωσαν τον Χαλίλ Πασά- σκότωσαν τον Χαλίλ Πασά
Αυτός μοιράστηκε το όνειρο της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μαζί με τον Οσμάν γαζί, με τη βοήθεια τους Θεού του Ισλάμ και της δύναμης του Σπαθιού,
Δεν ζει πια.
Έτσι όπως ταπεινώθηκε από τον Σουλτάνο ήταν έτοιμος
Να δεχτεί το τσεκούρι του Δήμιου. Θα έπαιρνε το κεφάλι του χωρίς να πει λέξη πεθαίνοντας για την αγαπημένη του Πόλη, πεθαίνοντας όπως άρμοζε σε ένα Τσανταρλή Χαλί Πασά.

Αυτή είναι η Δημοκρατία του μεγάλου χρόνου
Αυτή είναι η Ιστορία
24


ΝΙΚΟΣ ΚΟΛΕΣΗΣ






ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ- ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ-ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΗ-ΕΑΛΩ-ΜΥΘΙΣΤΡΟΡΗΜΑ




ΝΙΚΟΣ ΚΟΛΕΣΗΣ
ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
ΕΑΛΩ η Η ΠΟΛΗ
ΕΑΛΩ

Ρωμαϊκή ραψωδία
βυζαντινή ραψωδία
ΜΥΘΙΣΤΡΟΡΗΜΑ
1

ΡΩΜΑΪΚΉ ΡΑΨΩΔΙΑ
Μόλις ο Νέρωνας κι η συνοδεία του έφθασαν γρήγορα κατευθύνθηκαν προς το αυτοκρατορικό θεωρείο, ένας ψίθυρος έκανε το γύρω του Αμφιθεάτρου κι αμέσως όλοι ξέσπασαν σε ζωηρά χειροκροτήματα.
Ο Βασιλιάς Ήλιος προσέφερε << άρτον και θεάματα >> δωρεάν κρασί και ατέλειωτες γιορτές. Ο λαός γλεντούσε και μεθούσε από το πρωί ως το βράδυ. Οι Ρωμαίοι χαίρονταν γιατί είχαν τέτοιο Αυτοκράτορα, ζούσαν την ευτυχισμένη εποχή του Νέρωνα. Ο Νέρων Κλαύδιος Δρούσος Γερμανικός, ο Απόλλων κι ο Ήλιος μαζί, ποιητής, ηθοποιός, κιθαρωδός ΚΙ πεχλιβάνης αιμομίχτης, αδελφοκτόνος ΚΙ μητροκτόνος εγινε το θηρίο της Αποκαλύψεως. Με καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια, χοντρό λαιμό και μεγάλη κοιλιά είχε μέτριο ανάστημα με φακίδες στο πρόσωπο, ήταν βρώμικος, ξετσίπωτος, σκληρός κι ανήθικος, ανέμελος κι σπάταλος. Μόλις οι Πραιτοριανοί πήραν θέσεις γύρω από τον αυτοκράτορα ξέσπασαν φωνές εναντίον τους κι έντονες αποδοκιμασίες, αμέσως ο Νέρωνας διέταξε ν 'αποσυρθούν. Ήταν τόσο αγαπητός ώστε δεν είχε ανάγκη προστασίας, εξάλλου ο λαός της Ρώμης έπρεπε να μάθει να κάνει σωστή χρήση της ελευθερίας, έτσι όταν ο αυτοκράτορας έκανε νόημα με το χέρι έφυγαν όλοι. Τότε η ορχήστρα άρχισε να παίζει δυνατά με τις σάλπιγγες και τα κύμβαλα, τους ζουρνάδες και τα τύμπανα αναγγέλλοντας την έναρξη των αγώνων. Η Αρένα γέμισε με τίγρης και λιοντάρια καθώς έτρεχαν κυνηγημένα δεξιά και αριστερά, ένας νεαρός νέγρος από τη Νουδία εμφανίστηκε από το πουθενά. Χτυπώντας το μαστίγιο, προσπαθούσε να τιθασεύσει τα θηρία, οι φωνές τρόμαξαν τα ζώα, αγρίεψαν κι άρχισαν να γίνονται επιθετικά με τον κόσμο.













Μάταια ο νεαρός προσπαθούσε με διάφορα τεχνάσματα να ηρεμήσει τα θηρία, αυτά αγριεμένα κινήθηκαν εναντίον του. Οι σκλάβοι των υπόστεγων παρακολουθούσαν με προσοχή κι κινήθηκαν ακαριαία. Τοποθέτησαν μεγάλες φωτιές στην αρένα, έτοιμες από πριν για να τις δουν τα ζώα και να ηρεμήσουν. Μετά με τέχνη έσπρωχναν τα θηρία σε μεγάλα κλουβιά κλείνοντας γρήγορα τις πόρτες. Ο Νουδιανός μόλις γλίτωσε, χοροπηδούσε από χαρά ενώ οι θεατές ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ο Κόσμος της Ρώμης προτιμούσε το Αμφιθέατρο για να δει αίμα ζεστό να τρέχει στην Αρένα, σπασμένα κεφάλια με τα μυαλά πεταμένα πάνω από το στίβο και τα κάγκελα. Ήθελε θηριομαχίες και μονομαχίες, οι Ρωμαίοι οργάνωναν με μαεστρία τους αγώνες. Οι δουλέμποροι μονομαχοτρόφοι κέρδιζαν πολλά λεφτά πουλώντας ή νοικιάζοντας μονομάχους σε θεατρικούς επιχειρηματίες. 'όσους ήξεραν, το μεγάλο μακελειό γινόταν έξω από τη Ρώμη, σ' Γι ένα στρατόπεδο όπου οι μονομάχοι γυμνάζονταν μεταξύ τους, εκεί επιβίωναν οι καλύτεροι, οι υπόλοιποι πέθαιναν κάνοντας άσκηση. Εκπαιδευμένοι υπάλληλοι καθάρισαν πολύ γρήγορα την Αρένα, έπειτα άνοιξαν τις μεγάλες καταπακτές κι αμόλησαν άγρια ​​θηρία, αμέσως άρχισαν να κατασπαράζονται. Λιοντάρια πολεμούσαν με τίγρηεις, ύαινες Άλληλο- ξεσχίζονταν με πάνθηρες, ρινόκεροι έκαναν επίθεση σε άγρια ​​βουβάλια. Όταν η σφαγή έγινε πιο άγρια, θηριομάχοι πάνω σε άλογα ή ελέφαντες μπήκαν μέσα κι άρχισαν να σκοτώνουν ασύστολα όσα θηρία έμειναν ζωντανά. Η αποθέωση του θανάτου που έγινε θέαμα ήταν όταν έριξαν ανθρώπους μες την αρένα. Οι καρτερικοί Έλληνες παρακολούθησαν συγκλονισμένοι το έγκλημα, πουθενά δεν συνάντησαν κάτι παρόμοιο, ήθελαν όμως να το δουν μέχρι τέλος.







Οι καταδικασμένοι σε θάνατο οι << abbestiam damnati >>
ήταν δούλοι ή ξένοι κι είχαν καταδικαστεί από τα δικαστήρια γι ασήμαντο αφορμή, ή πάλι αιχμάλωτοι πολέμου όσους έφερναν οι νικητές στρατηγοί κατά χιλιάδες.
Οι απάνθρωποι Ρωμαίοι έριχναν στα θηρία τους ταπεινούς και καταφρονεμένους επειδή θεωρούσαν πως δεν είχαν πολιτική υπόσταση. Καμιά φορά έστελναν στην κονίστρα και πολιτικούς αντιπάλους, Πατρίκιοι, Συγκλητικοί και άλλοι αξιωματούχοι είχαν την τιμητική.
Τα θηρία αγριεμένα κινήθηκαν κατά των ανθρώπων και κατασπάραζαν τις σάρκες, οι δύστυχοι μάταια εκλιπαρούσαν για βοήθεια. Το πλήθος ζητωκραύγαζε θριαμβικά γελώντας με την τύχη τόσων αθώων.
Όλοι μαζί, ΟΙ θεατές -εν χορό- εκστασιασμένοι ΑΠΌ ΤΗ Θέα ΤΟΥ αίματος ζητούσαν ΚΙ Άλλο Αίμα ΚΙ Άλλο ΘΕΑΜΑ. Ακολούθησε ένα μεγάλο διάλειμμα, Αυτοκρατορικοί υπάλληλοι πέταξαν δωρεάν ψωμί στη πλέμπα της Ρώμης μέσα από μεγάλα κοφίνια. Οι θεατές σπρώχνονταν με δύναμη κι έπεφταν ο Ένας πάνω απ 'τον Άλλον, ποιος θα πρωτοπάρει ένα κομμάτι ψωμί. Εδώ μορφώνονταν πολιτικά, καλλιεργούσαν το αισθητικό και ηθικό κριτήριο των Ρωμαίων για αιώνες. Οι ήχοι απ 'τις σάλπιγγες προειδοποίησαν ότι οι αγώνες άρχιζαν πάλι, Οι μονομάχοι γέμισαν την Κονίστρα, άοπλοι έκαναν διάφορες ασκήσεις και παιχνίδια, πειράζονταν και συζητούσαν φιλικά αδιαφορώντας φαινομενικά για το μέλλον .





Όταν ο Αυτοκράτορας έδωσε το σύνθημα αποσύρθηκαν σε ιδιαίτερους χώρους αναμονής, περιμένοντας με ποια σειρά θα κληρωθούν για να μονομαχήσουν. Τα ζευγάρια των Μονομάχων έβγαιναν έξω κι έκαναν το γύρω της Κονίστρας έχοντας τα ξίφη παρατεταμένα ψηλά, για να δουν οι θεατές πόσο ακονισμένα είναι. Φθάνοντας μπρος από την αυτοκρατορική εξέδρα φώναζαν.
Ave Caesar
Morituti te salutant
Mια μεγάλη ανατριχίλα κυρίευσε την ψυχή του πολύπαθου Οδυσσέα και των καρτερικών συντρόφων, ένιωσαν τόσο κοντά το θάνατο ώστε θέλησαν να τον εξημερώσουν. Λίγες φορές συνάντησαν τόσο γενναίους άνδρες, αψηφούσαν αλόγιστα τα πάντα.
Ο θάνατος του Άλλου ήταν- η ζωή τους, παρέμεναν ζωντανοί μονο όταν κατόρθωναν ΝΑ σκοτώσουν ΤΟΝ αντίπαλο. Πολλά ζευγάρια μονομάχησαν ικανοποιώντας τη δίψα των θεατών για αίμα, ώσπου έμειναν οι δυο καλύτεροι μονομάχοι της Αυτοκρατορίας. Ο πρώτος ήταν ένας θηριώδης άνδρας από την Παρθία με το ψευδώνυμο Ατρόμητος κι ο απελεύθερος Ιούλιος αν και μπορούσε να είχε παρατήσει τους αγώνες, μονομαχούσε ακόμη για τη δόξα και το χρήμα. Και οι δυο παρουσιάστηκαν μαζί μπρος απ 'τον Αυτοκράτορα κάνοντας μια μεγάλη υπόκλιση ενώ το πλήθος παραληρούσε. Στην αρχή αγωνίζονταν συγκρατημένα ώσπου ο αγώνας έγινε ανελέητος.





Αν και μονομάχησαν πολύ ώρα τίποτα δεν έδειχνε για το ποιος θα είναι ο νικητής. Ο Ένας χτυπούσε τον Άλλον αλύπητα κάτω από τον καυτό ήλιο και τα κορμιά γυάλιζαν από τον ιδρώτα. Κάποια στιγμή ο Ιούλιος παραπάτησε λίγο κι έπεσε κάτω, γρήγορα ο Ατρόμητος έριξε πάνω του ένα δίχτυ από λινάρι. Είχε βαρίδια γύρω από τις άκρες κι μετά με την τρίαινα και το τριγωνικό μαχαίρι προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει. Ο Ιούλιος είχε χαραγμένο ένα ψάρι στη μετώπη της περικεφαλαίας, αντιστάθηκε λυσσαλέα προβάλλοντας την τετράγωνη ασπίδα του και με το μαχαίρι που κρατούσε με το άλλο χέρι, προσπάθησε να κόψει το δίχτυ. Το πλήθος σηκώθηκε όρθιο απ 'την αγωνία, πότε φώναζε υπέρ του ενός και πότε υπέρ του άλλου όταν είδε τον Ιούλιο να σέρνεται και να κυλιέται απελπισμένα πολεμώντας για τη ζωή του. Ο Ατρόμητος περιέπαιζε τον Ιούλιο λέγοντας. Γιατί μου ξεφεύγεις Γαλάτη? Εγώ Θέλω ΝΑ πιάσω ΕΣΕΝΑ ΚΙ Όχι ΤΟ Ψάρι προκαλώντας γέλια ΤΑ ΤΟΥ Κόσμου. Ο Ατρόμητος στρίμωξε γερά τον απελεύθερο βάζοντας την τρίαινα γύρω από το λαιμό του, γονάτισε από πάνω κρατώντας με το άλλο χέρι το μαχαίρι, έτοιμος να δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Περίμενε μόνο το σύνθημα των θεατών κοιτάζοντας ψηλά προς τις κερκίδες. Τότε ο Ιούλιος νικημένος ολοκληρωτικά ζήτησε να του χαριστεί η ζωή, σήκωσε ψηλά το χέρι με τεταμένο το δείκτη. Οι θεατές ήταν εκστασιασμένοι από την εξουσία, η ζωή του Μονομάχου εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτούς. Για λίγο έμειναν μετέωροι, δίσταζαν να αποφασίσουν τι θα κάνουν, μια θανάσιμη Σιωπή απλώθηκε σ 'όλο το Αμφιθέατρο δεν ακουγόταν Τίποτα παρά μόνο οι ανάσες των θεατών, όλα κρέμονταν από μια κλωστή.












Εντελώς απρόσμενα,
κάποιοι ΑΠΌ ΤΑ Πάνω διαζώματα ύψωσαν ΤΑ δάκτυλα φωνάζοντας Δυνατά - μ ί σ σ ο υ μ -. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν ψηλά για να δουν ποιοι χάριζαν τη ζωή σ 'ένα Μονομάχο, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για τους Ρωμαίους αλλά δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τίποτα. Τότε σαν από θαύμα οι θεατές σήκωσαν ψηλά τα δάκτυλα χαρίζοντας τη ζωή στον Ιούλιο. Μόνο οι σύντροφοι είδαν τον πολυμήχανο Οδυσσέα να τρέχει σκυφτός και τότε κατάλαβαν ποιος φώναξε -μίσσουμ-. Μέχρι οι δούλοι να ετοιμάσουν την αρένα για τον επόμενο αγώνα, οι Ρωμαίοι μπόρεσαν να πάρουν μια ανάσα, έμειναν συγκλονισμένοι απ 'τη μονομαχία. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να συνέλθουν όταν με διαταγή του Αυτοκράτορα, ο επόπτης έκανε σήμα ν 'αρχίσει το επόμενο αγώνισμα. Οι περίφημοι αρματοδρόμοι της Συρίας εμφανίστηκαν στο στίβο, τρέχοντας δαιμονισμένα έκαναν το γύρω της Κονίστρας. Το πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές ενώ καμιά τριανταριά μονομάχοι μπήκαν από την ανατολική είσοδο με αρχηγό τον Βαλέριο Μάξιμο. Ο Ρωμαίος στρατηγός καθαιρέθηκε από τον Νέρωνα για ανυπακοή, πουλήθηκε σκλάβος στα παζάρια της Ανατολής κι επέστρεψε Μονομάχος στη Ρώμη. Σαν γνήσιος ρωμαίος ήθελε να πάρει εκδίκηση για την αδικία για ότι κακό του έκαναν. Αμέσως οι άνδρες του Βαλέριου μαζεύτηκαν γύρω από τον εαυτό τους βάζοντας τις τεράστιες ασπίδες μπροστά για προστασία. Οι αρματοδρόμοι μαζί με τους ιππείς άρχισαν να κάνουν κύκλους γύρω από τους Μονομάχους ρίχνοντας με μανία ακόντια και θανατηφόρα βέλη.









Αμύνονταν γενναία ο Βαλέριος κι οι άνδρες του,
αντιστέκονταν στην ολική επίθεση των εχθρών.
ΕΝΑ Άλλο σμήνος Μονομάχων επιτέθηκε ΜΕ ορμή έχοντας σκοπό ΝΑ πολυακουσμένα εξοντώσουν. Άρχισαν να πολεμούν Σώμα με Σώμα εναντίον πολυαριθμότερων αντιπάλων, η μάχη έγινε ανελέητη, άνιση, αλλά οι λεγεωνάριοι μάχονταν ατρόμητοι.

Το θέαμα ήταν φρικιαστικό,
Ακέφαλα σώματα προχωρούσαν σαν τυφλά κι έπειτα σωριάζονταν κάτω. Οι μονομάχοι ξεκοιλιασμένοι σέρνονταν με τα εντόσθια πεταμένα έξω πάνω από το χώμα, μάταια ζητούσαν βοήθεια εκλιπαρώντας να τους σκοτώσουν.
Υπήρχαν χέρια κομμένα καταγής, ακούγονταν βογκητά κι οι άγριες φωνές όσων πολεμούσαν ακόμα. Ένα απίστευτο μακελειό συντελούνταν μπρος τα μάτια των θεατών.
Ο πτολύπορθος Οδυσσέας και οι πολύστονοι εταίροι έγιναν μάρτυρες ενός φρικιαστικού θεάματος. Η μάχη συνεχιζόταν ακόμα αλλά οι επιτιθέμενοι είχαν μεγάλες απώλειες γι αυτό αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν ντροπιασμένοι.
Στην Κονίστρα έμειναν μόνο ο Βαλέριος Μάξιμος κι όσοι άνδρες απέμειναν εξουθενωμένοι από τη μάχη.
Το πλήθος αποθέωσε όρθιο τους μονομάχους,
Ζήτω κραύγαζαν ενθουσιασμένοι Υπέρ ΤΟΥ Ρωμαίου Στρατηγού ΚΙ Των ατρόμητων λεγεωνάριων. Μετά απ 'Αυτό το φονικό, όλοι ήθελαν λίγο χρόνο να συνέλθουν. Οι δούλοι με τα καρότσια, τα φτυάρια και με τσουγκράνες μπήκαν για να καθαρίσουν την Αρένα απ 'τα συντρίμμια, τα πτώματα κι ότι άλλο απόμεινε από τη μάχη.


Κατάβρεξαν το στίβο με νερό για να καθίσει η σκόνη, έπειτα με ειδικές σβάρνες που τις έσερναν άλογα έστρωσαν την άμμο στον αγωνιστικού χώρου.
Όλα ήταν έτοιμα για την επόμενη πράξη του δράματος,
Αμέτρητοι σκλάβοι κι υπάλληλοι του αμφιθεάτρου άρχισαν να στήνουν πασσάλους στην Κονίστρα. Μετά κατά χιλιάδες έσερναν τους Χριστιανούς και έδεναν πισθάγκωνα πάνω τους δύστυχους.
Κυκλοφορούσε μια περίεργη φήμη πως ήταν φοβεροί εγκληματίες και πως έτρωγαν τα παιδιά. Έλεγαν ότι συναντιόνταν κρυφά σε απομακρυσμένα σπίτια κι επιδίδονταν σε όργια κι αιμομιξίες.
Οι βασανιστές άρχισαν να χτυπούν αλύπητα με μαστίγια τα γυμνά σώματα κι αυτοί οι κακότυχοι υπέμειναν καρτερικά τα πάνδεινα. Οι Ρωμαίοι με αγωνία περίμεναν τη συνέχεια γιατί το θέαμα άρχισε να γίνεται βαρετό, έως ότου κάποιος σαν αιλουροειδές πήδηξε μες την αρένα φορώντας το δέρμα άγριου ζώου με μάσκα πάνω από το κεφάλι. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας αυτοπροσώπως όρμησε εναντίον Των Χριστιανών ΚΙ άρχισε ΝΑ κατασπαράζει ΚΑΙ ΝΑ βιάζει Άνδρες ΚΑΙ Γυναίκες Μαζί. Ακολούθησε ένα άλλο θηρίο μεταμφιεσμένο, ένας θηριώδης μονομάχος , ο απελεύθερος Δορυφόρος, ο άνδρας του Νέρωνα αφού τον έδειρε γερά, τον βίασε τρελά μπρος τα μάτια όλης της Αυτοκρατορίας. Αυτός βογκούσε φανερά ικανοποιημένος κι έβγαζε ξεφωνητά << βιασμένης παρθένου >>. Όλο το Αμφιθέατρο γελούσε και κορόιδευε με την ψυχή του, εμφανώς ευχαριστημένο γιατί είχε έναν τέτοιο Αυτοκράτορα, διασκέδαζε τόσο τον κόσμο κι έκανε τα πάντα για το Λαό.









Όταν τέλειωσαν τα καμώματα του Πεχλιβάνη,
εμφανίστηκαν οι Δήμιοι με μαύρα ρούχα, φορούσαν κουκούλες κι χωρίς αιδώ άρχισαν αδιακρίτως να θερίζουν τα κεφάλια των Χριστιανών με μεγάλα τσεκούρια.
Δεν άντεξαν ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι πολύπαθοι σύντροφοι, Αμέσως πήδηξαν στην Κονίστρα, και με τρομερή τέχνη άρχισαν να σκοτώνουν τους Δήμιους ελευθερώνοντας τους Χριστιανούς. Πάγωσε ΤΟ Αμφιθέατρο ολοι αναρωτιόνταν Ποιοι ΕΙΝΑΙ Αυτοί, Αν είναι μέρος του προγράμματος ή αν πρόκειται για εξέγερση. Ο κόσμος άρχισε να χειροκροτεί τους άγνωστους πολεμιστές, Κανένας στη Ρώμη δεν συμπαθούσε τους Δήμιους. Γρήγορα ο Νέρωνας σηκώθηκε όρθιος ΜΕ δυνατή Φωνή ΚΙ ύφος επιδεικτικό, ρώτησε ειρωνικά παίζοντας θέατρο. Ποιός Εισαι εσύ ωραίε ξένε Πως ελευθερώνεις μ 'Αυτο ΤΟΝ τρόπο πολυακουσμένα άθλιους Χριστιανούς, δεν έχεις καμιά διαταγή. πτολύπορθος Ο Οδυσσέας πλημμυρισμένος ΑΠΌ ιερή οργή ​​απάντησε ΜΕ θεϊκή Φωνή, Τέτοια ώστε σείστηκε το Αμφιθέατρο. Ο Κ α ν έ ν α ς. ΚΙ ο Νέρωνας είπε συγκλονισμένος Γενναίε ξένε Μιλάς ΣΑΝ Ελληνας


















Όπως ο μυθικός βασιλιάς της Ιθάκης.
Έτσι απάντησε ο θεϊκός Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο, όταν Μαζί ΜΕ πολυακουσμένα συντρόφους ξέφυγαν ΑΠΌ ΤΗ Σπηλιά ενώ πολυακουσμένα κρατούσε φυλακισμένους. Επειδή θαυμάζω πολύ την Ελλάδα, Σας επιτρέπω Μαζί ΜΕ πολυακουσμένα Χριστιανούς Σας ΝΑ φύγετε ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ καιρός, αλλιώς οι Πραιτοριανοί είναι έτοιμοι να επέμβουν. Σας δίνω ΛΙΓΟ χρονο ΝΑ σωθείτε Προς Δόξα ΤΟΥ Ρωμαϊκού ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ Κόσμου Μιά ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ δικός ΜΟΥ.









Ave Geasar : Οι τελευταίοι Ελεύθεροι ΣΕ χαιρετούν

Είπε ο πρωτοήρωας Οδυσσέας και χαιρέτησε τα πλήθη καθώς τον επευφημούσαν. Έκανε νόημα κι οι Χριστιανοί έτρεξαν γρήγορα προς την έξοδο ενώ οι Πραιτοριανοί με αρχηγό τον μονόχειρα Βρούτο άρχισαν ήδη να κινούνται απειλητικά εναντίον των απελευθερωμένων.
Όλοι μαζί, Οι Χριστιανοί μπροστά, ΟΙ σύντροφοι οπισθοφυλακή ΚΑΙ ο πτολύπορθος Οδυσσέας έφυγαν ΜΕ Τάξη. Χάθηκαν κάτω από τις καταπακτές και τα μυστικά περάσματα, ακολουθώντας τους κρυφό-Χριστιανούς- υπάλλήλους του Αμφιθεάτρου, ήξεραν καλά τις διόδους και την πολύπλοκη αρχιτεκτονική του κτιρίου.


Όταν έφθασαν σε αδιέξοδο, σ 'ένα διάδρομο που δεν οδηγούσε πουθενά, οι οδηγοί ψηλαφώντας στα σκοτεινά, έσπρωξαν λίγο τον τοίχο κι αμέσως εμφανίστηκε ένα μυστικό πέρασμα. Οι Χριστιανοί ξέσπασαν σε φωνές χαράς, κατέβηκαν τις πέτρινες σκάλες ακριβώς κάτω από την Κονίστρα. Ύστερα περνώντας από δαιδαλώδεις διαδρόμους, μόλις χωρούσε άνθρωπος, ανακάλυψαν άφωνοι μια Πόλη κάτω από την πόλη, όπου ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με εκπληκτική αρμονία και τάξη. Οι άνθρωποι της κατακόμβης υποδέχθηκαν θερμά τους Έλληνες αλλά με μεγάλη δόση αυτοσυγκράτησης, αμέσως έδωσαν ρούχα ν 'αλλάξουν , έτσι δεν θα αναγνώριζε κανείς ποιοι είναι. Μετα ΟΙ αρχηγοί Των Χριστιανών οδήγησαν ΤΟΝ κόσμο ΣΕ ΜΙΑ τεράστια Αίθουσα, φωτιζόταν ελάχιστα από το φως των κεριών, μόλις έβλεπε ο ένας τον άλλον. Υπήρχαν άνθρωποι από όλες τις φυλές, Έλληνες κι Ρωμαίοι, Εβραίοι κι Γερμανοί, Ισπανοί, Σύριοι κι Αιγύπτιοι, Όλοι μαζί λάτρευαν το Νέο Θεό, έψελναν τα ιερά κείμενα διαβάζοντας κατά ομάδες από βιβλία, οι πιο πολλοί ήξεραν τις ψαλμωδίες από έξω. Εδώ βρισκόταν η αβασίλευτη βασιλεία του Θεού, φτιαγμένη με ιδρώτα και αίμα. Ήταν ο ομαδικός τάφος των αδυνάτων, οι χιλιοβασανισμένοι πέθαιναν ανώνυμα με τη μνήμη χαραγμένη πάνω από το νερό ενώ οι ψυχές φτερούγιζαν με τα πετάγματα των πουλιών. Ο πολύμορφος Οδυσσέας και οι πολύπαθοι σύντροφοι, -Αυτοί οι Μεταχριστιανοί- έμειναν λίγο ακόμα κάτω στις κατακόμβες για να διδαχθούν από κοντά τη νέα Θρησκεία.











Έζησαν Μαζί ΜΕ πολυακουσμένα πρώτους Χριστιανούς
γνωρίζοντας Καλά, όσους θα άλλαζαν τον Κόσμο.
Στη Ρώμη τα εσωτερικά όρια υφίστανται - υπάρχουν, η ομορφιά διαδέχεται την ομορφιά. Οι αψίδες του θριάμβου, οι τύμβοι και τα θέατρα, τα μάρμαρα κι οι κίονες με τα κιονόκρανα συνυπάρχουν μαζί με τα θραύσματα του χρόνου. Οι πύργοι, οι αγορές, τα λατομεία είναι το άνοιγμα όπου έζησαν οι νικητές και οι νικημένοι.
πρωτοήρωας Ο Οδυσσέας ΚΑΙ ΟΙ μεγάθυμοι εταίροι
περπατούσαν ΣΤΗ Στοά Της Οκταβίας, δίπλα σε μια τεράστια σύνθεση του Μέγα Αλέξανδρου και των στρατηγών του όταν έδωσαν τη μάχη στο Γρανικό ποταμό, ένα έργο ζωγραφισμένο από τον πολύφημο Λύσιππο.
: Οι Έλληνες ανυποχώρητοι προχωρούσαν εξουθενωμένοι Απ 'την -Αιώνια Επιστροφή-, πλήρης απ 'τη γνώση του κόσμου μετρούσαν το ά ν ο ι γ μ α. Έρχονταν απ 'την κόλαση του Αμφιθεάτρου κι οι ψυχές φλέγονταν από μια Άλλη λάμψη. Οι καρτερικοί Ιθακήσιοι βίωναν μακριά από την Ιθάκη τον πολύπαθο Νόστο, το λαβύρινθο του κόσμου, ζούσαν με ευφυΐα, πονηριά και μ 'όνειρο. Γνώριζαν Πως ο αγώνας ίσως ΗΤΑΝ μάταιος, καταδικασμένος ν 'αποτύχει. Απόλυτη γαλήνη επικρατούσε στη στοά, δεν άκουγαν παρά μόνο τον αέρα, θαύμασαν την παλλάδα Αθηνά, κάλυπτε όλο τον τοίχο, ήταν έργο του πολύμυθου Φειδία. Η θεά της Σοφίας είχε αφήσει τα όπλα Κάτω ΚΑΙ κρατούσε ΜΙΑ Λύρα ΕΝΑ ΚΙ ΕΝΑ χειρόγραφο ΠΙΝΑΚΑ, κοιτάχθηκαν έντονα χαμογελώντας για το νόημα του έργου.










Οι πολύτροποι Ιθακήσιοι έψαχναν τη δικαίωση του ανθρώπου,
ένα πολιτικό άνοιγμα πέρα απ 'την εξουσία, πέρα από την τέχνη του πολέμου ενώ αποκάλυπτε το Παιχνίδι του Κόσμου. Πολεμιστές της Φωτιάς ήταν προορισμένοι για την Ολική Ανατροπή. Όργωναν τις θάλασσες υπακούοντας σε μια αδήριτη Ανάγκη, -να πεθαίνουν και να ξαναγεννιούνται μαζί -. . Συνεχίζοντας την περιδιάβαση, θαύμασαν παρά δίπλα μια άλλη Αθηνά, την Αθηνά του περίφημου Πραξιτέλη, πρόβαλλε εξαίρετα ΤΗΝ Ελληνική ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΙ αισθάνθηκαν υπερήφανοι ολοι Μαζί, έκαναν το ταξίδι του γυρισμού- πέρα από τα όρια μετρώντας τις δυνάμεις, φλεγόμενοι από περιέργεια. Οι Κολασμένοι της Ρώμης προκαλούσαν την Ύβρη αποκαλύπτοντας τον κύκλο της κίνησης των άστρων, την εξέλιξη της τέχνης και της επιστήμης. Ακατάβλητοι από το χάσμα του ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΟΥ ζούσαν την -Τελική Συγχορδία -του μεγάλου χρόνου παρά την Εισαγωγή του. Τα φύλλα είχαν γεμίσει τους δρόμους, η μεγάλη ζέστη έκανε να είναι ξερά σαν άχυρο, εκείνο το καλοκαίρι είχε μεγάλη ξηρασία και φοβερή άπνοια. Ο αέρας μύριζε καπνό, ίσως κάποια συνοικία της Ρώμης πήρε φωτιά και οι πυροσβέστες έτρεχαν να σβήσουν την πυρκαγιά. Η Ρώμη καίγεται φώναζε ο κόσμος κι έτρεχε αλλόφρων στους δρόμους. Ο πολυμνήμων Οδυσσέας και οι πολύπειροι σύντροφοι είδαν τις πλαγιές του Αβεντίνου να καίγονται ολοσχερώς, μόλις ανέπνεαν. Από παντού ακούγονταν φωνές, αλαλαγμοί, βούκινα και μια παράξενη βουή από μακριά, ήταν ο ήχος της φωτιάς καθώς επεκτεινόταν. Φλεγόταν ο Παλαντίνος, η φωτιά σάρωνε στο πέρασμά της τα πάντα, αφάνιζε ολόκληρα τετράγωνα με καταστήματα δημιουργώντας τεράστια σύννεφα καπνού.










Ο ιππόδρομος κάηκε σ 'ελάχιστα λεπτά, ο κόσμος μαζεύτηκε έξαλλος γύρω απ' την πυρκαγιά, άλλοι έτρεχαν φωνάζοντας κι άλλοι σε μεγάλο πανικό δεν ήξεραν τι να κάνουν. Οι ψυχραιμότεροι άνοιγαν χαντάκια με την καθοδήγηση των νυχτοφυλάκων δημιουργώντας ζώνες ασφαλείας για να μην επεκταθεί η φωτιά. Έφιπποι αγγελιοφόροι έτρεχαν σαν τρελοί να μεταφέρουν τα νέα για να υπάρξει στοιχειώδης συντονισμός ώστε να προλάβουν χειρότερα δεινά. Όλος ο κόσμος φοβόταν την αταξία, το χάος και τις λεηλασίες, τι θα συνέβαινε μετά την πυρκαγιά. Οι κάτοικοι κατέβρεχαν τους δρόμους και τα σπίτια προληπτικά, αμέτρητα γυναικόπαιδα, σκλάβοι κι υπηρέτες μαζεύτηκαν στους κήπους των ανακτόρων για προστασία. Ο Νέρωνας έλειπε στο Άντιο κι έτσι τα κτίρια και ο κήπος ήταν έρημα, έμειναν πίσω μόνο οι κηπουροί κι οι υπηρέτες. Μια τεράστια φλόγα έκαψε λίγο τα μαλλιά και το πρόσωπο του πολύπαθου Οδυσσέα ενώ οι καρτερικοί εταίροι παρακολουθούσαν ανήμποροι το κακό, η Ρώμη καίγεται ολοσχερώς έλεγαν κι ξανάλεγαν. Η φωτιά ανεξέλεγκτη προχωρούσε αφανίζοντας συνοικίες ολόκληρες, μαγαζιά, σπίτια κι στάβλοι, άλογα κι βόδια έγιναν παρανάλωμα. Ένα μεγαλειώδες θέαμα εκτυλισσόταν μπρος τα μάτια των Ρωμαίων. Οι λαφυραγωγοί έτρεχαν σαν τρελοί κρατώντας μπόγους γεμάτους χρυσαφικά, κανείς δεν έδινε σημασία όλοι κοίταζαν να σωθούν. Τα παιδιά έκλαιγαν φοβισμένα φωνάζοντας τις μητέρες, άλλοι πάλι κάθονταν έξω από τα σπίτια, δίσταζαν να τα εγκαταλείψουν ήθελαν να τα προστατεύσουν από τη φωτιά. Όλοι οι Ρωμαίοι ρωτούσαν τι κάνει ο Νέρωνας, Η Πόλη χρειαζόταν μέτρα έκτακτης ανάγκης, ο Αυτοκράτορας έπρεπε ΝΑ γυρίσει ΑΠΌ ΤΟ ΑΝΤΙΟ ΤΟ συντομότερο.











Κυκλοφόρησε η φήμη από στόμα σε στόμα πως ο Νέρωνας έβαλε τη φωτιά, αυτόπτες μάρτυρες είδαν στρατιώτες να βάζουν φωτιά με πυρσούς καίγοντας τις φτωχογειτονιές που είχαν ξύλινα σπίτια.
Υπήρχε τέτοια σύγχυση κι αναταραχή, τέτοιος πανικός ώστε κάποιοι υποστήριζαν πως οι Χριστιανοί διέδιδαν τις φήμες. Έλεγαν πως σήκωναν τα χέρια ψηλά και φώναζαν πως έφθασε η ώρα της Κρίσεως.
Ο Νέρωνας επέστρεψε εσπευσμένα ΚΙ αμέσως ζήτησε ΝΑ ΤΟΝ δει Τιγκελίνο, μαζί κατέστρωσαν ένα εμπνευσμένο σχέδιο για τη σωτηρία της Ρώμης. Ο Αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να εκκενωθούν ολόκληρες συνοικίες και οι κάτοικοι να μεταφερθούν σε ασφαλείς περιοχές, οι κήρυκες κι οι στρατιώτες μετέφεραν τον κόσμο κατά χιλιάδες. Ο Θείος Αυτοκράτορας με τη φρουρά του προίστατο κι έδινε εντολές, καπνισμένος και καταϊδρωμένος περπατούσε στη φλεγόμενη Ρώμη δίνοντας κουράγιο σε όλο τον κόσμο. Έδωσε διαταγή να μοιρασθούν τρόφιμα από τις αυτοκρατορικές αποθήκες και να φροντίσουν τους τραυματίες. Μερικοί Ρωμαίοι είπαν Ανοιχτά Πως ο Νέρωνας ΚΙ ΟΙ Πραιτοριανοί έφταιγαν ΓΙΑ ΤΗ συμφορά, αλλά αυτός μεγαλόψυχος έδειξε κατανόηση. Ο πολυτλήμων Οδυσσέας και οι πολύπαθοι εταίροι πήγαν σε ασφαλή περιοχή έχοντας τα μάτια κατακόκκινα από τον καπνό. Ο τρομερός Νέρωνας, φορούσε χλαμύδα ΜΕ Στεφάνι ΣΤΑ Μαλλιά ΚΑΙ κρατούσε ΤΗΝ Κιθάρα ενώ περίμενε πολυακουσμένα φίλους ΤΟΥ στους κήπους ΤΟΥ Μαικήνα. Πολλοί Ρωμαίοι είχαν στήσει ήδη μεγάλο φαγοπότι, χάζευαν με δέος την πυρπολημένη πόλη καθώς οι τεράστιες φλόγες κι οι καπνοί σκέπαζαν τον ουρανό της Ρώμης.











Ο ποιητής Αυτοκράτορας,
ανέβηκε αυτή τη φοβερή Νύχτα στον πιο ψηλό πύργο του κήπου,
κι ενώ ο θόρυβος της πυρκαγιάς μαινόταν κάτω από τα πόδια του-, απήγγειλε στίχους λέγοντας πως θα έμεναν στους αιώνες. Ο Νέρωνας τραγούδησε την πυρπόληση της Τροίας. Εκστασιασμένος με τη βοήθεια του Απόλλωνα που υπαγόρευε μέσω αυτού τις στροφές, η στεντόρεια φωνή του ακουγόταν δυνατή αλλά έσβηνε από το χάος της φωτιάς. Η εκροή λιωμένων μετάλλων απ 'τους ναούς και τα σπίτια βάραιναν την ατμόσφαιρα, καταστράφηκε μέρος της πόλης κι η ανοικοδόμηση θα έπαιρνε χρόνια. Ευτυχώς ο αέρας άλλαξε την κατεύθυνση της φωτιάς προστατεύοντας τις άλλες συνοικίες. Τα πρωινά οι φωτεινές ανταύγειες έδιναν στη φωτιά ακόμη μεγαλύτερη λάμψη κάνοντας το θέαμα συγκλονιστικό, όλα όμως έδειχναν μετά από μερικές μέρες πως η μεγάλη έξαρση είχε περάσει. Ο πολύφρων Οδυσσέας και οι πολύπλαγκτοι εταίροι έμειναν έκπληκτοι από την άριστη οργάνωση και τη συστηματική δουλειά των Ρωμαίων. Η Πόλη καθάρισε γρήγορα απ 'τα χαλάσματα, οι άστεγοι μεταφέρθηκαν σε κατασκηνώσεις που έστησε ο στρατός ενώ από άλλες περιοχές έφεραν ρούχα και οικιακά σκεύη. Ο Νέρωνας μεγαλειώδης όπως πάντα αποφάσισε πως η πόλη θα κτιζόταν από την αρχή έχοντας μεγάλους δρόμους και φωτεινές πλατείες. Για αυτό έδωσε πλούσια δάνεια σ 'όσους ήθελαν να κτίσουν επιβάλλοντας καινούργιο κανονισμό. Όταν όμως κράτησε για τον εαυτό του, τις καλύτερες εκτάσεις μεταξύ Καίλιου και Ισκυλίνου όπου έχτισε το Χρυσό Παλάτι, τότε τον κατηγόρησαν ανοιχτά ότι αυτός έβαλε τη φωτιά.







Ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή ν 'αυξήσουν τη φορολογία σ' όλη την αυτοκρατορία, έτσι η ανοικοδόμηση της Ρώμης έγινε πολύ γρήγορα με την εισροή των χρημάτων. Κτίστηκαν καινούργια θέατρα, ναοί, ιππόδρομοι, αμέτρητα καραβάνια κουβαλούσαν οικοδομικά υλικά μέρα- νύχτα. Η ζωή των Ρωμαίων έγινε μια κόλαση, έχασαν τα πάντα αρχίζοντας πάλι από την αρχή. Κανείς πλέον δεν διασκέδαζε στη Ρώμη, τέρμα οι παρελάσεις, τα φαγοπότια κι ο ιππόδρομος σταμάτησαν εντελώς. Οι υποψίες όλων άρχισαν να στρέφονται εναντίον των Εβραίων πως αυτοί έβαλαν τη φωτιά για να επωφεληθούν. Το μίσος που ένιωθαν οι Ρωμαίοι πατρίκιοι κι ευγενείς ήταν δεδομένο εδώ και πολύ καιρό, από όταν ο Ιούλιος Καίσαρας έφερε τους Ιουδαίους στη Ρώμη. Οι Εβραίοι πάλι κατηγόρησαν τους Χριστιανούς λέγοντας πως δεν ήθελαν να φορτωθούν όσα εγκλήματα έκαναν. Είπαν πως αυτοί έβαλαν τη φωτιά και ότι οι ίδιοι δεν είχαν καμιά σχέση, άλλωστε υπήρχαν μεγάλες θρησκευτικές διαφορές μεταξύ τους. Αν και ο Ιησούς ήταν Εβραίος και οι Εβραίοι διέδωσαν τη διδασκαλία του, εξηγούσαν σε όλους τη διαφορά μεταξύ του Μεσσία των Χριστιανών και Αυτού των Εβραίων. Όλα αυτά μεταφέρονταν στον Νέρωνα , άκουγε σκεπτικός μέχρι να πάρει τις οριστικές αποφάσεις, γνώριζε καλά τις κατηγορίες ότι αυτός έβαλε τη φωτιά. Έτσι δεν άργησε πολύ ο Βασιλιάς Ήλιος κι έδωσε διαταγή ν 'αρχίσει ο διωγμός κατά των Χριστιανών με την κατηγορία ότι αυτοί έβαλαν τη φωτιά. Αμέσως ο Τιγκελίνος κι η αστυνομία άρχισαν αθρόα να φυλακίζουν αθώους ανθρώπους όταν αυτοί δήλωναν ανυποψίαστοι πως είναι Χριστιανοί, οι Ρωμαίοι ρωτούσαν εάν είναι πιστοί κι αυτοί απαντούσαν θετικά χωρίς να γνωρίζουν τι έχουν να πάθουν.









Οι Εβραίοι αφήνονταν ελεύθεροι όταν έκαναν έλεγχο στην περιτομή,
Όπως κι οι Ρωμαίοι πολίτες εάν έπιαναν κάποιον κατά λάθος.
Ο πολυπενθής Οδυσσέας και οι πολύστονοι σύντροφοι παρακολουθούσαν έκπληκτοι, είχε αρχίσει ένα φοβερό κύμα διώξεων,
ο καθένας μπορούσε να βρεθεί μπλεγμένος, όλοι ήταν ύποπτοι.
Η φήμη ότι οι χριστιανοί συλλαμβάνονταν επειδή έβαλαν τη φωτιά, εξαπλώθηκε σ 'όλη την Πόλη.
Τότε πολλοί κακόβουλοι και φθονεροί άνθρωποι άρχισαν να λένε φοβερά πράγματα. Ότι ήταν παρόντες όταν οι Χριστιανοί με πυρσούς έβαλαν φωτιά κι έπειτα πήγαν πάνω στον Αβεντίνο, κι έψαλλαν όλοι μαζί ψαλμωδίες για το νέο Θεό επειδή επιβεβαιώθηκαν οι προφητείες.
Μερικοί βρήκαν ευκαιρία κι άρχισαν να λεηλατούν τα σπίτια και τα καταστήματα των Χριστιανών. Ο Όχλος άρχισε να επιτίθεται σε Χριστιανούς και σε Εβραίους χτυπώντας άσχημα τα θύματα,
Πολλοί οδηγήθηκαν με το ζόρι στη δικαιοσύνη. Έξη χιλιάδες κρατούμενοι μαζεύτηκαν σε διάφορα πεδία των ασκήσεων.
Οι φυλακές γέμισαν από πιστούς, αυτοί οργανώνονταν σε ομάδες,
οι πιο πρακτικοί συζητούσαν με ποιο τρόπο, πως έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, ενώ άλλοι προσεύχονταν κι έψαλλαν ύμνους.
Οι Πραιτοριανοί είχαν ήδη αρκετές ομολογίες των Χριστιανών, τις είχαν αποσπάσει με φρικτά βασανιστήρια.
Οι πιστοί μη αντέχοντας τον πόνο υπέκυπταν μισό πεθαμένοι.
Οι βασανιστές έβγαζαν με τανάλιες τα νύχια αφού πρώτα ξέσχιζαν τις σάρκες με λουριά που είχαν πάνω μυτερά σύρματα.
/////////// ///////////////////////
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ
Αγαπημένη ΜΟΥ Ελένη
ΘΑ Σ 'αναγνώριζα παντού απ' την αναπνοή, το άγγιγμα των χεριών,
Κι το ανάλαφρο περπάτημα. Τα χείλια σου είναι κόκκινα, θερμά,
Άσε με να νιώσω την υγρασία, την τρικυμία.
αγαπάς Μ '?
Ρώτησε με αγωνία και πνίγηκε από τα φιλιά του,
γνώρισες τόσες ΚΑΙ τόσες Γυναίκες
Πως μπορεις ΚΑΙ ερωτεύεσαι ΑΚΟΜΗ?
Οι ομοβροντίες των κανονιών έσχιζαν τη Σιωπή
Θυμίζοντας πως ο θάνατος παραμονεύει,
Πως η πολιορκία είναι ανελέητη δίχως τέλος.
Το πρόσωπό σου είναι φως, ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ Αύρα φωτίζει ΤΑ Χαρακτηριστικά. Ναι ειμαι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ συνέχισε η Η Ωραία Ελένη. Τόσο ευτυχισμένη ώστε δεν μπορώ να κρύψω τα δάκρια, το γέλιο, θέλω να φωνάξω, να τραγουδήσω, ΝΑ τρέξω ελευθερη στους δρόμους. ΤΟΝ φίλησε ΤΡΥΦΕΡΑ ΚΙ άφησε ΝΑ φανεί η Η Μεγάλη αγάπη Ότι ένιωθε ΓΙ Αυτόν, δόθηκε ολοκληρωτικά ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ χαρίζοντας Ότι πολυτιμότερο είχε - την Αγνότητά -, τη φύλαγε για τον άνδρα της ζ










TRILOGY FALL OF CITY -FALL OF CONSTANTINOPLE-FALL THE CITY-FALL-ROMAN RHAPSODY-BYZANTINE RHAPSODY- NOVEL-

               ΝΙΚΟΣ KOLESIS

NIKOS KOLESIS
TRILOGY FALL OF CITY
FALL OF CONSTANTINOPLE
FALL THE CITY
FALL
ROMAN RHAPSODY
BYZANTINE RHAPSODY
NOVEL


///////////////////////////////////////////////
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ
To you Constantine
come back all Emperors said someone else.
Transformed they reveal This
remaining -Same- Eternal present,
bearing the opening of world now and in the future.
A torchbearer red burned the blue horizon
everything was a bright feeling, life and death,
Love and friendship, love for Fatherland and King,
loyalty to Orthodoxy became One.
All together
fighting bravely around the divine Emperor.
The lords and nobles, senators,
Venetians and the Genoese,
all Greeks, monks and priests, women and children
sacrificed for Favorite Constantinople.
Some chanted crying with sobs,
moved incredibly Constantine Paleologos watching
to fight with so much sacrifice, believe deeply that faith unites, as then in Hagia Sophia when all together said
<< I believe in one God ..... >>
First the Greek Metropolitan in the Greek Language
and then the Latin bishop said in the Latin Language
Nothing did not bothered anyone
and all together hugged weeping loudly
asking forgiveness from each other.
All City participated in this Mystagogy.
All the World, the universe, the visible and invisible
declared present. Residents hugging each other
as if was Resurrection , say excited words of Love
while joyfully sounded the bells of the churches.
Fearless fighting Constantine Paleologos
and the thoughts continued to conquer his mind.
They came diverse and uninvited
without being able to stop.
It was the knowledge little before the end
showing the opening of freedom.
Countless armies of Angels flying above the City,
and all the timeless spirits who loved the thousand years Reign. Other cried silently, others mourned and others sang divinely. All together begged the God and the
Virgin Mary to save this eleventh hour, the City of Cities.
27 MAY 1453
Janissaries had huge displacement, struck with such force that his opponents are forced make behind several steps.
The swords flashed in the sunlight, they handle so skillfully
that tore the space with a slight whistling.
The screams sounded squeaky whoever accepted the mortal blew slumped down. First went up in the wall stepping over the piles of corpses, mountains of formed around the inaccessible castle.
They sacrificed to pass the Others,
an endless song of Death.
Turkish shepherds and nomads of Anatolia
they fell first under the sounds of drums screaming frantically. Then came a series of irregular, had come from all races of the world to loot and rape.
Then came something curious people, despising death,
ran shouting from joy.
They knew how to die and how most of their corpses
would pass the Janissaries to step the impregnable wall.
- It was the genuine Tourkoi-
EMPEROR CONSTANTANE
THE LAST PALAIOLOGOS
Riding a white horse wearing royal clothes, red tunic
And he had draped over his shoulders green cloak with golden figures and purple shoes, give courage to the warriors saying
28 MAY 1453
" you keep well -you keep well and this
time and the day is ours "
The brave those men turned and looked at him almost through the grave, had given the last vitality of forces,
barely raised their swords to fight.
Suddenly when no one do not expect Giustiniani was fatally wounded. Heard a noise arid and immediately fell down that giant if it was from paper.
His soldiers ran quickly to help shaping a human wall.
A huge projectile struck the marshal from behind and opened a large hole in the back.
Gustiniani and his men with quick glances and words briskly and while the blood ran uncontrollably realized it was time to leave.
The battle had been judged, had to go to the ship to save, ready waited for in the harbor. They could not do anything having the head wounded.
Besides, were mercenaries they knew when a battle is lost,
came first their life’s.
Constantine tried in vain to restrain the marshal.
Gustiniani left with his comrades.
The Battle of battles was in the greatest climax
from this judged the future of the City and history.
Everything was fluid and opponents fought furiously.
A whisper began to be heard and transmitted by mouth in mouth, they heard the brave warriors and cut their legs, their hearts stopped beating.
29 May 1453
After the Greeks began to say louder,
all wondered is it lie until became a loud voice
and then cry.
They heard and took to the lips and began to shout
the myriad Turkish soldiers until became cry that reached the sky, shouts of joy, wild voce of Victory
but also immense sound of crash,
became Cry of defeat and despair.
" EALO THE CITY " - FALL THE CITY
Resourceful Odysseus and his multimode companions
shocked just heard, the souls say
and were thrown out of the Bady.
Never they did not hear such cry,
Never did not feel such awe, such collapse,
-fall into the void of the abyss-
This awesome feeling of the End
It always comes back in their memory.
He cry of the Fall- of Conquering
until freed themselves and the City together
My people what concocted
My people what concocted
This dreadful day forever etched in the soul of much afflicted Odysseus. Until comes the fullness of time and erased from the opening that brings the Clearance and the deliverance from the bonds of the past.
The Greeks saw shocked the Turkish flags flying over the Kekroporta and the palace of Blachernon.
It was as if had died thousand times,
as also the centuries of the Empire.
Eminent Odysseus and his tortured companions
they saw the death face to face, dark and abysmal
in the shine of swords as they cut the heads of opponents.
Janissaries lighter as the wind ran at length of wall,
beaten mercilessly everyone in front of there stepping above from the dead corpses.

Greeks left the Kekroporta open
From there entered the Turks
The great betrayal had happened
Greeks pulled the troll
And unlocked the door
From there endured the Janissaries
Spreading the havoc
The great betrayal had taken place.
Almighty Lord
Accept our prayer
Forgive us
People what concocted
Now only death reigns
My people
Let my voice heard.
First slowly - slowly
and then more and more started to leave the wall running to hide where find.
The great escape had begun, the fugitives drifted at their waves everyone be saved. Nobody could stop the world
neither Constantine who cried in vain
not abandoned their positions.
" EALO THE CITY "
FALL THE CITY
FALL
Answered and they desperately voices heard
as the end of the world,
as another dance of Tragedy
foretell things to come over the body of a City
while dying
" EALO THE CITY " -
FALL THE CITY
FALL
Neither Constantine who cried in vain
not abandoned their positions.
" EALO H POLIS "
FALL THE CITY
FAL
Answered and they desperately voices heard
as the end of the world, as another dance of Tragedy
foretell things to come over the body of a City
while dying
" EALO H POLIS " -
FALL THE CITY
FALL
Always increasing the janissaries around Constantine
more and dilutes the guard around his
one by one they left hidden.
Then the last Greek Emperor said with anguish
with all the strength of his soul.
< There is no Christian
to get my head >>
Lightning crossed his mind that this sacrifice
would be followed by a Resurrection.
What if fall with him a thousand years of Empire,
heroic act will brighten the centuries.
Paleologos went down from the horse,
removed the Imperial tunic
and the chain, so keeping the shield with one hand,
and naked sword with the other fighting front of the Gate
St. Romanos divinely beautiful looked at straight in the eyes the death.
Alone fought Constantine Palaeologus,
multiplied the enemies around him, but this tirelessly
he despised the Angel of death stroking with the look
opponents, similar to Angel of Paradise.
Alone fought Constantine Paleologos
lived imperious the immense solitude of Death.
In his hands kept the whole earth,
only thoughts and feelings are not
left the mythical king.
Now and then
a lightning pierced
his mind and had the feeling that
he was already in Paradise.
The wall seemed very small and people ants
while they climbed over to reach as the top,
the world turned upside down.
A sword found Constantine in person
and He retaliated throwing the enemy down,
after another over the chest
and swooped like a lion against all.
Kill countless but was all alone,
From behind found the Emperor still a strong,
and after another fell down dead
this last Greek,
Constantine Palaeologus, the Marbled King,
eternal grief, forever will be heard
In the centuries.
EALO THE CITY
EALO
Turks stepped
the Reigning
Lamentations Constantine
Οn white horse
proceeds imperious
only fighting
front in the Gate
of Paradise
Angels of death
they set up dance
above the
troubled City
ΝIKOS KOLESIS